ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ “ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ”

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Στη γαλλική μετάφραση του «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη(1922-2011) απονέμεται το βραβείο μεταφρασμένης λογοτεχνίας Prix du Livre Etranger 2020 France Inter-Le Journal du Dimanche. Στο βιβλίο αυτό ο Ιάκωβος Καμπανέλλης αφηγείται την εμπειρία του στο ναζιστικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν, στην Αυστρία – από τον Οκτώβριο του 1943 ώς τον Μάιο του 1945. Εντύπωση στους Γάλλους διαβάζουμε οτι έκανε το ότι ο συγγρφέας τοποθετεί τη μισή ιστορία του μετά την απελευθέρωση των κρατουμένων, Ρώσων, Σέρβων, Γάλλων, Ελλήνων, Γερμανοεβραίων, που προσπαθούν να μάθουν να ζουν.

«Λιγότερο φιλοσοφικό από του Πρίμο Λέβι και λιγότερο πομπώδες από του Χόρχε Σεμπρούν», αλλά «απλό και σεμνό, που παρά τις προσπάθειές του να μην κυλήσει στη φρίκη, περιγράφει σκηνές τις οποίες απλά η φαντασία μας δεν καταφέρνει να οπτικοποιήσει», έγραψε για  το «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1922-2011) το Le Figaro Magazine. Η εφημερίδα Le Monde έγραψε: «Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στέκεται μονίμως στο όριο ανάμεσα στην εφόρμηση προς τη ζωή, που μια ιστορία αγάπης με μια νεαρή Λιθουανή οδηγεί σε πυράκτωση, και το ίχνος της καταστροφής. Υπάρχει πνοή και οργή στην αφήγησή του, που αποτελεί επίσης μια αξέχαστη μνημόνευση των νεκρών του Μαουτχάουζεν».

Η εμπειρία του Ιάκωβου Καμπανέλλη από το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν κυκλοφόρησε το 1965 από το “Θεμέλιο” μαζί με τέσσερα ποιήματα που του ζήτησε ο εκδότης Μίμης Δεσποτίδης για να το συμπληρώσει και που τα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης με ερμηνεύτρια τη Μαρία Φαραντούρη. Ο κύκλος τραγουδιών με τίτλο “ Η μπαλάντα του Μαουχάζουζεν” κυκλοφόρησε το 1966.

Το κείμενο, σε πρώτο πρόσωπο, αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα: αφετηρία είναι η μέρα της απελευθέρωσης του Μαουτχάουζεν και η οργάνωση των επιζησάντων σε αποστολές επιστροφής στις χώρες τους. Αυτή η συνύπαρξη των απελευθερωμένων πλέον -ανδρών και γυναικών- γίνεται αφορμή διαδοχικών flash back από διάφορα περιστατικά.

Τον καιρό εκείνο, κάθε Κυριακή που δε δουλεύαμε στέκαμε ώρες ολόκληρες και κοιτάζαμε τις γυναίκες που και κείνες βγαίναν απ’ τ’ αντίσκηνα και μας κοιτάζανε. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε κι αν ακόμη φωνάζαμε. Κάτι τέτοιο φυσικά κανείς δεν ξεθάρρευε να το δοκιμάσει. Ούτε χρειαζόταν. Αυτό το σιωπηλό αλληλοκοίταγμα που περνούσε δυο φράχτες από συρματόπλεγμα δεν είχε ανάγκη από μιλιά. Ήταν οι ώρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.

Όμως σκέψου… Αυτές οι γυναίκες κι αυτοί οι άντρες που αλληλοκοιτάζονταν σιωπηλά επί ώρες ατελείωτες ήταν ντυμένοι με τα ίδια ριγωτά, ξεθωριασμένα, χιλιοφορεμένα ρούχα του κάτεργου. Τα σώματά τους ήταν πετσί και κόκαλο, τα μαγουλά τους ρουφηγμένα και μαλλιαρά απ’ την αβιταμίνωση. Τα μαλλιά κουρεμένα με μια λουρίδα ξυρισμένη στη μέση, απ’ το κούτελο ως το σβέρκο. Μόνο τα μάτια ήταν πιο μεγάλα και πιο βαθιά από άλλοτε για να χωράει ο φόβος.

Το ηλεκτροφόρο με το ρεύμα υψηλής τάσης και το συρματόπλεγμα με τις σκοπιές δεν ήταν μια απλή τεχνική εγκατάσταση, ένας αδιάβατος φράχτης. Εδώ μια διαταγή όριζε να χωριστεί τελεσίδικα τ’ αρσενικό απ’ το θηλυκό. Μια διαταγή σε μέγεθος μοίρας. Μια διάσπαση του αιωνίου ζεύγους. Ένα παραφύση κόψιμο των από ουρανό και γη ταγμένων να «έσονται εις σάρκαν μίαν”.(απόσπασμα από το “Μάουτχαουζεν”).