ΒΕΝΕΤΙΑ: “ΟΧΙ” ΣΤO ΜΑΖΙΚΟ, “ΝΑΙ” ΣΤΟΝ ΠΟΙΟΤΙΚΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

ΒΕΝΕΤΙΑ – To Σάββατο το απόγευμα (27.2), στη Βενετία, μια πομπή εργαζομένων στο χώρο της πολιτιστικής κληρονομιάς, άρχισε να κινείται από το Campo San Bortolo (ένα από τα σημαντικότερα σημεία διέλευσης στο κέντρο της πόλης) στην κοντινή Γέφυρα του Ριάλτο. Ήταν η μαζική εκδήλωση για την υποστήριξη του πολιτισμού με στόχο να ζητήσει από τη διοίκηση της πόλης να αλλάξει το αναπτυξιακό μοντέλο της εντατικής εκμετάλλευσης του μαζικού τουρισμού και να υποστηριχθεί ο ποιοτικός τουρισμός σε συνδυασμό με μια κουλτούρα που να επικεντρώνει στην υπηρεσία των πολιτών.

Η εκδήλωση προωθήθηκε από την εθνική ένωσηΜε ξέρεις? Είμαι επαγγελματίας πολιτιστικής κληρονομιάς μαζί με το Sale Docks (βενετσιάνικο κίνημα που ασχολείται με τα ζητήματα του δικαιώματος στην πόλη και τους εξωτερικούς εργαζόμενους του Ιδρύματος Πολιτικών Μουσείων) και άλλους, επιμέρους, πολιτιστικούς φορείς.

Όπως είναι γνωστό τους τελευταίους μήνες,  το Ίδρυμα Πολιτικών Μουσείων (Civic Museums Foundation) είχε εκφράσει την πρόθεσή του, στα τέλη Δεκεμβρίου, να μην ανοίξει τα μουσεία μέχρι τον Απρίλιο, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της πανδημίας του κορωνοϊού. Ο δήμαρχος της Βενετίας Luigi Brugnaro είχε παρενέβη τότε για να εξηγήσει κατηγορηματικά τους λόγους για το κλείσιμο, λέγοντας ότι στόχος είναι οι δομές των μουσείων να διατηρηθούν για χρήση όταν οι τουρίστες επιστρέψουν σε αυτήν την πόλη… και ότι “από αίσθηση της ευθύνης, προφανώς, δεν μπορούμε να ρίξουμε ενέργεια και χρήματα στον άνεμο, θα ήταν ζημία για όλους τους φορολογικούς φορείς”. Κι όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι το Ίδρυμα των Μουσείων αν και επιχορηγούμενο με οκτώ εκατομμύρια ευρώ από το κράτος, έκλεισε με κέρδη τον προϋπολογισμό του 2020.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα χρηματοδοτούμενα με δημόσια κεφάλαια μουσεία εγγυώνται υπηρεσίες και απασχόληση τους τελευταίους μήνες, υπογραμμίζουν οι διοργανωτές. «Αντιθέτως, ένα πολιτιστικό σύστημα όπως της Βενετίας που επί μια δεκαετία βασίζεται στην ιδιωτικοποίηση, την επισφάλεια και την εκμετάλλευση προς όφελος μερικών ομάδων συμφερόντων που επωφελήθηκαν και επωφελούνται από τον μαζικό τουρισμό, συνεπάγεται μείωση των υπηρεσιών και εκτεταμένη φτώχεια: η πανδημία απλώς υπήρξε η τελική επιτάχυνση στην υπάρχουσα κατάσταση. Για αυτόν τον λόγο, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη ότι 3,8 δισεκατομμύρια κονδύλια της ΕΕ επόμενης γενιάς θα φτάσουν στη Βενετία, η κατάσταση -ισχυρίζονται- δεν θα αλλλάξει ακόμα κι αν η πόλη επιστρέψει στο παρελθόν, στη λεγόμενη κανονικότητά της.

Σ΄αυτή την κανονικότητα εστιάζουν το πρόβλημα οι φορείς των εργαζομένων που ζητούν να επανεξεταστεί η διαχείρηση του πολιτισμού ώστε να μη γίνει η Βενετία πόλη κατάλληλη για τουρίστες και υπηρεσίες για πολίτες που σταδιακά εξαφανίζονται. «Η ζωή και η εργασία στη Βενετία είναι ένα όνειρο που κινδυνεύει να γίνει εφιάλτης» λέει η Alice Battistella , ακτιβίστρια της Mi Riconosci και πολιτιστική εργαζόμενη, η οποία, όπως πολλοί από τους συναδέλφους της, βρίσκεται σε μια κατάσταση που κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή θα μπορούσε να χαρακηριστεί. «Θα ήθελα όλοι οι πολίτες να μην στερούνται του δικαιώματος να απολαμβάνουν τον πολιτισμό στην πόλη, θα ήθελα ο πολιτισμός να επιστρέψει στο επίκεντρο της συζήτησης για την πόλη και ο τουρισμός να τεθεί στην υπηρεσία της. Δεν θα ήθελα η Βενετία να επιστρέψει στο φυσιολογικό, γιατί το πρόβλημα ήταν η κανονικότητα. Έχουμε μια εναλλακτική λύση: ας αλλάξουμε το μοντέλο μας, ας σώσουμε τη Βενετία».

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επανεξεταστεί η διαχείριση του τουρισμού με τρόπο ώστε να δημιουργεί ποιοτική απασχόληση, και κατ΄επέκταση ποιοτικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να καταστεί τομέας που να δίνει περισσότερα από όσα παίρνει. Η Βενετία δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαρτάται από τον τουρισμό υποστηρίζουν οι πολιτιστικοί φορείς και αντιπροτείνουν την έξυπνη χρήση του, με εντελώς νέες πολιτικές σε σύγκριση με αυτές που εφαρμόζονται μέχρι τώρα. Τα κλειστά μουσεία, οι κλειστές δημοτικές υπηρεσίες αυτή τη στιγμή σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται στους τουριστικούς οδηγούς και τους χειριστές τους να δουλέψουν με στόχο την προσέλκυση του εγχώριου τουρισμού και σε κατοίκους που θέλουν να γνωρίζουν την πολιτιστική τους κληρονομιά.

Με πληροφορίες από Finestre sull’arte