ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ ΔΗΜΟΠΡΑΤΕΙ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΛΥΨΕΙ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Το Μουσείο Μπρούκλιν εισέπραξε 6,6 εκ. δολάρια από την πώληση έργων τέχνης της συλλογής του σε δημοπρασία του στο Christie’s στις 15 Οκτωβρίου διπλασιάζοντας τις αρχικές εκτιμήσεις του ομίλου καθώς το έργο  Lucretia του Lucas Cranach, πουλήθηκε για 5,1 εκ. δολάρια, τιμή υπερδιπλάσια από την αρχική εκτίμησή ύψους 1,8 εκ. δολάρια.Τώρα, περιμένει να εισρρεύσουν στα ταμεία του πολλά περισσότερα εκατομμύρια από την επικείμενη δημοπρασία του οίκου Sotheby, στις 28 Οκτωβρίου, όπου θα προσφερθούν προς πώληση έργα των Κλωντ Μονέ, Ζαν Ντιμπιφέ, Έντγκαρ Ντεγκά, Χουάν Μιρό, Ανρί Ματίς και αντικειμένων σχεδίασης του Κάρλο Μολίνο. Επιπλέον αναμένονται έσοδα από μια ειδική δημοκρασία από τον ίδιο οίκο με πώληση αντικειμένων Fabergé.

Στην επιλογή της πώλησης κατέληξε το μουσείο με σκοπό να δημιουργήσει ένα κεφάλαιο ύψους 40 εκατομμυρίων δολαρίων το οποίο θα μπορεί να του αποφέρει 2 εκατομμύρια δολάρια ετησίως για τη συντήρηση της συλλογής του.

Το Μουσείο Μπρούκλιν είναι ένα από τα πολλά ιδρύματα που επωφελούνται από τους νέους χαλαρούς κανονισμούς που θέσπισε η Ένωση Διευθυντών Μουσείων Τέχνης προκειμένου να αντληθούν άμεσα  κεφάλαια μέσω πωλήσεων τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για έργα υποδομής και όχι για αγορά περισσότερων έργων τέχνης. (Η χαλάρωση των κανόνων θα  ισχύει από τον Απρίλιο του 2022.) Πρόκειται για μια εξέλιξη που προσπαθεί να αντιμετωπίσει την έλλειψη ρευστότητας στα μουσεία τέχνης των ΗΠΑ, η οποία κατά μία εκδοχή είναι σωτήρια κατ’ άλλη όμως  μπορεί να αποτελέσει παγίδα για τη μετατροπή της συλλογής σε μηχανισμό άντλησης μετρητών.

Η διεύθυνση του μουσείου δήλωσε ότι σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει τα έσοδα για τη δημιουργία ενός Ταμείου Συλλογής για να «βοηθήσει να αντισταθμίσει τα τεράστια αυξανόμενα έξοδα της συλλογής και να σταθεροποιήσει τις προσπάθειες φροντίδας της σε περιόδους οικονομικής ύφεσης». Τα χρήματα θα χρησιμοποιηθούν για να πληρωθούν επίσης οι δαπάνες για την αποθήκευση, τη συντήρηση, καθώς και ένα μέρος των μισθών του προσωπικού που εργάζονται απευθείας με τη συλλογή.