ΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΕΠΙΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΟΥΣΕΙΑ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

της Ελένης Γαλάνη

Σε περίοδο δημοσιονομικής κρίσης, όπως μας πληροφόρησε η διευθύντρια του ΕΜΣΤ κ.Κατερίνα Κοσκινά, με τον απολογισμό που έκανε, τις προάλλες, σχετικά με τις δραστηριότητες του ΕΜΣΤ σε υπολειτουργία, το Μουσείο έλαβε χρηματοδότηση από το κράτος ύψους 1.500.000 ευρώ. Για τη μισθοδοσία των 44 εργαζομένων διατέθηκαν 900.000. Χρηματοδότηση και από άλλες πηγές για τις δραστηριότητες του μουσείου δεν υπήρξε. Η αξιοποίηση της δωρεάς, ύψους 3 εκ. ευρώ που παραχώρησε στο μουσείο το ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, τον περασμένο Αύγουστο  θα επιτρέψει από την επόμενη χρονιά το πολυπόθητο άνοιγμα του ΕΜΣΤ και την εύρυθμη λειτουργία του, στην αρχή τουλάχιστον. Επίσημα εγκαίνια, λοιπόν, το 2019. Αυτό σημαίνει, κατά τη διευθύντρια του ΕΜΣΤ ότι για τη στελέχωσή του θα πρέπει να διπλασιαστεί η κρατική επιχορήγηση σε 3.3 εκ ευρώ και να αυξηθεί το προσωπικό στα 88 άτομα. Σημειώνεται ότι η θητεία της κ. Κοσκινά λήγει στις 3 Δεκεμβρίου 2018.

Λίγο πιο πέρα από τη λεωφόρο Συγγρού, ένα ακόμη μουσείο, 100 και πλέον χρόνων ζωής, η Εθνική Πινακοθήκη  παραμένει επίσης κλειστή, λόγω των εργασιών επέκτασης του κτιρίου που τελειωμό δεν έχουν. Η διευθύντρια  κ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, από το 1992 στη θέση αυτή(!), ονειρευόταν, πάντα, την επέκταση αυτή. Ο στόχος της επετεύχθη το 2013. Η  Πινακοθήκη κηρύσσεται “βραβευμένο διατηρητέο”, εντάσσεται στο ΕΣΠΑ για επέκταση 11.020 τ. μ.  στο υπάρχον κτίσμα και οι εργασίες ξεκινούν. Ο προϋπολογισμός ανέρχεται στα 45 εκ. ευρώ. Οι νέοι χώροι θα διαθέτουν σύγχρονες αποθήκες, αμφιθέατρο, χώρους για τα εκπαιδευτικά προγράμματα, αίθουσα υποδοχής, πωλητήριο  και αίθουσα ψηφιακής πληροφόρησης.
Τις εργασίες ανέλαβαν δικά μας αρχιτεκτονικά σχήματα – αναζητήσεις διεθνείς για αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις του 21ου αιώνα ούτε καν συζητήθηκαν. Επιλέγοντας εφαρμογές του μετάλλου και κρυστάλλου στις όψεις σχέδια αρχιτεκτονικά ολοκληρώθηκαν, οι κακοτεχνίες του παρελθόντος αποκαταστάθηκαν σταδιακά (μόνωση, κρύσταλλα παραθύρων, υδραυλικά), τα υπόγεια ετοιμάστηκαν, αλλά οι εργασίες σταμάτησαν όταν τα χρήματα τελείωσαν και άρχισαν τα προβλήματα με την ανάδοχο κατασκευαστική εταιρεία. Η σωτήρια ενίσχυση του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου τον Μάιο του 2018, αναπτέρωσε την Πινακοθήκη ως προς την ολοκλήρωση των εργασιών και το άνοιγμά της, το οποίο κατά τα λεγόμενα της προϊσταμένης αρχής (ΥΠΠΟ και Πινακοθήκη) υπάρχει δέσμευση να έχει γίνει ως το τέλος Ιουνίου του 2019.

Εκτός από την κρατική επιχορήγηση, η Πινακοθήκη διέθετε, ανέκαθεν, έσοδα από τα κληροδοτήματα που απέκτησε στη διάρκεια του βίου της. Ωστόσο, χορηγούς με δυσκολία προσελκύει και σταθερές επαφές με αντίστοιχα ιδρύματα του εξωτερικού δεν κατάφερε αποκτήσει. Ή επί το ορθότερον – δεν επεδίωξε να αποκτήσει. Ίσως επειδή όλα αυτά προϋποθέτουν μακροχρόνιους προγραμματισμούς και ολοκληρωμένους, από την αρχή, προϋπολογισμούς.

Κατά την άποψη ορισμένων η δυσλειτουργία των κρατικών μουσείων, σε όλα τα επίπεδα, επιλύεται με την εκλογή νέου διευθυντή μέσω διαγωνισμών και με την αύξηση της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό. Όμως, η συμβολή του κράτους αποτελεί μόνο ένα μέρος του θέματος. Η κρατική επιχορήγηση είναι στην πραγματικότητα η «προίκα» που λειτουργεί ως κράχτης και ταυτόχρονα εγγύηση για την προσέλκυση κεφαλαίων. Με την κατάλληλη θεσμική υποδομή, νομική προστασία και στελέχωση, κυρίως όμως με τον προγραμματισμό που απευθύνεται σε ολοένα και μεγαλύτερο, ετερόκλητο κοινό,  ο επιχειρηματικός κόσμος, τα funds  και oι μεμονωμένοι δωρητές μπορεί να ενδιαφερθούν να χρηματοδοτήσουν το έργο αυτών των πολιτιστικών οργανισμών με ποσά από 100 ευρώ έως πολλά εκατομμύρια. Επιπλέον, δημόσιες, κατά καιρούς, εκκλήσεις για συγκέντρωση χρημάτων συμπληρώνουν τα έσοδα του πολιτιστικού οργανισμού.

Αυτό, τουλάχιστον, συμβαίνει στις άλλες χώρες του δυτικού κόσμου. Όχι στη δική μας. Στην Ελλάδα, η χορηγία του ιδιώτη προς το ΕΜΣΤ, την Εθνική Πινακοθήκη ή οποιοδήποτε άλλο κρατικό μουσείο, δεν πηγαίνει κατευθείαν στον επιχορηγούμενο οργανισμό αλλά προς το κράτος, το οποίο χειρίζεται το ποσόν κατά βούληση. Δεδομένης δε της έλλειψης μακροπρόθεσμου προγραμματισμού, της κυριαρχίας της εσωστρέφειας, της πολιτιστικής μας «ξενοφοβίας» που διακατέχει ολόκληρο τον χώρο του πολιτισμού,  την εμμονή στη νεοελληνική παραγωγή και μόνο, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να διεκδικήσει και να κερδίσει η Αθήνα μια θέση ως διεθνές κέντρο Τεχνών στο χάρτη της πολιτιστικής Ευρώπης.

Τι πρέπει να γίνει; Πρώτα απ’ όλα να μετριάσει την καταπιεστική συμμετοχή του το κράτος. Ας ορίσει ένα ποσόν επιχορήγησης και να σταματήσει να διορίζει νομικούς, ιατρούς, πάσης φύσεως πανεπιστημιακούς ή κομματικές τους υποχρεώσεις στα διοικητικά συμβούλια. Καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες, ενεργοί χρειάζονται, άτομα με ριζοσπαστικές αντιλήψεις περί της τέχνης, ιστορικοί της Τέχνης – επιμελητές από την Ελλάδα και τον διεθνή χώρο, ειδικευμένα στελέχη στις οικονομικοτεχνικές υπηρεσίες, ευφάνταστοι σχεδιαστές και επιδέξιοι χειριστές της ψηφιακής  προβολής οργανισμών όπως η Πινακοθήκη και το­­ ΕΜΣΤ. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.Τα ανατρεπτικά. Θα το τολμήσουν οι ηγεσίες;