Νέες κυκλοφορίες: ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΣΠΑΘΑΡΗ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Ανέκδοτα αυτοβιογραφικά κείμενα του λαϊκού καλλιτέχνη, καραγκιοζοπαίχτη και οικοδόμου Σωτήρη Ευγενίου Σπαθάρη (1887‒1974) με εισαγωγή, επιμέλεια και επεξηγηματικά σχόλια του Γιάννη Κόκκωνα περιλαμβάνονται στην έκδοση των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.

Τα «απομνιμονέματά» του τα έγραψε ο Σπαθάρης τρεις φορές: μία το 1944, μία από το 1950 ώς το 1955, και μια τρίτη από το 1957 ώς το 1959. Η τελευταία εκδοχή, γραμμένη επειδή τα προηγούμενα χειρόγραφα είχαν χαθεί, εκδόθηκε στις αρχές του 1960, «λογοκριμένη» όμως και με γλωσσικές επεμβάσεις αρκετές. Τώρα τα χαμένα χειρόγραφα βρέθηκαν και στον παρόντα τόμο εκδίδονται για πρώτη φορά οι δύο παλαιότερες και πολύ αξιολογότερες μορφές του σπουδαίου αυτού έργου. Είναι ένας «άλλος» Σπαθάρης: η γλώσσα διαφέρει, μεγαλύτερο διάστημα καλύπτεται (π. 1894‒1953), άγνωστα από αλλού επεισόδια εμφανίζονται, άλλα, γνωστά, περιγράφονται ζωηρότερα και εκτενέστερα. Ειλικρινής και έντιμος αφηγητής μοιάζει αυτός ο χαρισματικός και φιλότιμος αλλά και δύσκολος και σκληρός άνθρωπος, καθώς μας μιλά για τις αδυναμίες και τις αποτυχίες του με την ίδια ενάργεια και γλαφυρότητα που παρουσιάζει τα προτερήματα και τις επιτυχίες του.

Ο Σωτήρης Σπαθάρης γεννήθηκε το 1887 στην Αθήνα από άγνωστους γονείς και το 1889 υιοθετήθηκε από τους Σαντορινιούς Ευγένιο και Μαριέττα Σπαθάρη. Μεγάλωσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, στην περιοχή του Μεταξουργείου. Μικρό παιδί γοητεύτηκε από το θέατρο σκιών, μαθήτευσε για λίγο στον καραγκιοζοπαίχτη Θεοδωρέλο και από τα πρώτα εφηβικά χρόνια άρχισε να δίνει παραστάσεις στη γειτονιά του. Αλήτεψε, δούλεψε κοντά σε τσαγκάρηδες και άλλους μαστόρους, και συμπλήρωνε το πενιχρό εισόδημα από τις παραστάσεις του καραγκιόζη δουλεύοντας σαν οικοδόμος, πλακάς κυρίως. Το 1913 παντρεύτηκε από έρωτα την Τριανταφυλλιά Μαλακού, υπηρέτρια από τα Κύθηρα, κατατάχτηκε στον στρατό καθυστερημένα το 1915, επιστρατεύτηκε αργότερα και βρέθηκε στο Μακεδονικό μέτωπο το 1918 και το 1919. Όταν γεννήθηκε ο γιος του Ευγένιος, το 1924, μετακόμισε στα Αλώνια της Κηφισιάς. Στις δεκαετίες του 1930 και 1940 έγινε ο αγαπημένος καραγκιοζοπαίχτης των καλλιτεχνών και των διανοουμένων της Αθήνας, ύστερα από τη γνωριμία του με τον Γιάννη Τσαρούχη. Το 1944, παρακινημένος από τον ζωγράφο Νίκο Καρτσωνάκη, άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. Το 1945 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από το ήθος του και δημοσίευσε αποσπάσματα της πρώτης μορφής των απομνημονευμάτων, συνοδεύοντάς τα με πολύ θερμά λόγια. Συνταξιοδοτήθηκε το 1947, όταν κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του, όμως με τον ένα ή τον άλλον τρόπο συνέχισε να ασχολείται με τον καραγκιόζη ώς τον θάνατό του, το 1974, παρακολουθώντας πάντοτε την επιτυχημένη επαγγελματική διαδρομή του γιου του Ευγένιου.