ΣΥΜΠΑΣΧΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΙΓΚΕΛ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη

Διαβάζοντας αυτό το έργο της Μαργκαρίτ Γιουρσενάρ(1903- 1987) έχεις την αίσθηση ότι γράφτηκε απ΄ευθείας στα ελληνικά. Τόσο δουλεμένη, με εμφανέστατη τη βαθειά γνώση της γαλλικής, είναι η μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά, που αμέσως απορροφάται ο αναγνώστης από τη ροή του κειμένου, του τυπωμένου με την περίτεχνη γραμματοσειρά και τη γοητευτική πλέον, για τις μέρες μας, πολυτονική γραφή. Παρασύρεται σε άλλες εποχές, άλλους αιώνες, στον ιταλικό νότο, και χάνεται, όπως κι η συγγραφέας, μέσα στους χαρακτήρες: την Άννα και τον Μιγκέλ, τα δύο αδέρφια με τον βασανιστικό αιμομικτικό έρωτα ανάμεσά τους – κορύφωση των παθών τους με ταυτόχρονη βίαιη καταβάθρωση της ύπαρξής τους.

Η ιστορία τους, γραμμένη την άνοιξη του 1925, εξελίσσεται στη Νάπολη, στα τέλη του 16ου αιώνα, στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Ο πατέρας τους, Ντον Αλβάρε, υπηρετεί ως ισπανός κυβερνήτης της πόλης. Ζουν στο περίτεχνο, καλά φυλαγμένο Φρούριο Σαντ Έλμο και μεγαλώνουν μαζί από τη μητέρα τους, τη Ντόνα Βαλεντίνα, μια ευσεβή γυναίκα που νοιάζεται για τα δύο παιδιά της, παραμελημένη από το σύζυγό της, χωρίς εραστές και με “μια αλλόκοτη σοβαρότητα και ηρεμία εκείνων που δεν προσβλέπουν ούτε κάν στην ευτυχία”. Η μητέρα, η κόρη και ο γιος συνδέονται στενά τόσο που να απομονώνονται, σε μεγάλο βαθμό, από τον υπόλοιπο κόσμο. Όταν και οι τρεις ταξιδεύουν στη νότια Ιταλία για να επιβλέψουν τη συγκομιδή σταφυλιών σε ένα από τα οικογενειακά κτήματα, η Ντόνα Βαλεντίνα αρρωσταίνει, με πυρετό και ο επακόλουθος θάνατός της καταστρέφει και τα δύο παιδιά της. Ο αδερφός και η αδερφή συχνά βρίσκονται μόνοι τους και μια περίεργη ένταση αρχίζει να αναπτύσσεται ανάμεσά τους.

 

Κάπου ανάμεσα στις σελίδες που ακολουθούν αρχίζει να εμφανίζεται η ακαταμάχητη δύναμη της αγάπης και να μας θυμίζει την ποίησή του ο Οβίδιου στο “Amores”: απρόβλεπτη, ανεξέλεγκτη και αλώβητη στις αντιστάσεις ή στις μάχες για την απομάκρυνσή της, να παραμένει πάντα, ανά τους αιώνες, ένα συναίσθημα στο οποίο όλοι είμαστε ευάλωτοι κι ανίκανοι προς αντίσταση. Στην “Άννα, σορόρ…” η ιστορία δεν είναι σοκαριστική, άσεμνη ή αλαζονική, αντίθετα αναδεικνύει το μαρτύριο που νιώθουν ο Μιγέλ και η Άννα από τη βαθιά και αθώα αγάπη τους ο ένας για τον άλλο. Υποφέρουν, χωρίς να κατανοούν το γιατί, από συνεχές άγχος, στοιχειωμένα όνειρα και μεγάλη κόπωση. Η Γιουρσενάρ αναπτύσσει αργά και σταθερά την ένταση μεταξύ τους και με εμφανή κατανόηση περιγράφει οδύνες του Ντον Μιγκέλ σε μια από τις άυπνες νύχτες του:

Δεν έβαζε πια εμπόδιο στις νυχτερινές φαντασιώσεις. Περίμενε με ανυπομονησία αυτή την κατάσταση ημιδιαύγειας του πνεύματος, στα πρόθυρα του ύπνου αφηνόταν στα όνειρά του, με το πρόσωπο χωμένο στα μαξιλάρια. Ξυπνούσε με τα χέρια να καίνε, άσχημη γεύση στο στόμα σαν μετά από πυρετό, κι εμφανώς πιό χαμένος απ’ ό,τι την προηγούμενη.”

Όταν τα δύο αδέρφια ολοκληρώνουν την αγάπη τους σε μια σύντομη διάρκεια χαράς και πάθους, η Γιουρσενάρ συνθέτει λιτά, σε λίγες μόνο γραμμές, τη σεξουαλική τους συνάντηση:

“…η Άννα διέκρινε μέσα στο ημίφως, εκείνο το αλλοιωμένο πρόσωπο, που έδειχνε να έχει διαβρωθεί από τα δάκρυα. Οι λέξεις που είχε ετοιμάσει καθηλώθηκαν πάνω στα χείλη της. Έσκυψε κοντά του με απελπισμένη συμπόνια. Αγκαλιάστηκαν.”

Φοβούμενοι την αιώνια καταδίκη, ο καθένας επιλέγει τη μετάνοια με την ελπίδα να μαλακώσει την αμαρτία τους. Ο Ντον Μιγκέλ φύγει εθελοντικά σε μια επικίνδυνη αποστολή-δίωξης των πειρατών στη Μεσόγειο και πεθαίνει στη μάχη. Η Άννα, παρά το γάμο που έκανε αργότερα και τη μητρότητα, δεν ξαναβρήκε ποτέ την ίδια χαρά που βίωσε στις πέντε μέρες που πέρασε με τον Ντον Μιγκέλ ενώ η θύμηση της αμαρτίας δεν την αφήνει να ελευθερωθεί.

Η Γιουρσενάρ, και όχι μόνο, έχει ασχοληθεί και σε άλλα της έργα με την “απαγορευμένη αγάπη”, αυτή που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη θρησκευτική ηθική της εκκλησίας και των νόμων και καταδικάζεται ως αμαρτωλή ως συνεύρεση που δεν έγκειται στα επιτρεπόμενα ηθικά ιδεώδη. Δεν είναι λίγοι, άλλωστε, οι συγγραφείς από την Αναγέννηση ως την εποχή μας που έχουν ασχοληθεί την αιμομιξία όπως ο Γκαίτε, ο Σατωβριάνδος, ο Μοντεσκιέ, ο Μπάυρον, ο Τζών Φορντ, ο Τόμας Μαν. Στην “ Άννα, σόρορ…” η Γιουρσενάρ καθιστά σαφές ότι ο Ντον Μιγκέλ και η Άννα, παρά την ειλικρινή, ευγενική και παθιασμένη αγάπη τους, καταδικάζουν οι ίδιοι τη σχέση τους, λόγω της εκκλησίας και των νόμων της που διδάσκουν την υπακοή στους κανόνες και επιλέγουν ο καθένας μια μετάνοια και κατ΄επέκταση μια καταδίκη σώματος και ψυχής.