ΣΤΟ “ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ” ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, ΣΤΟ ΒΑΡΩΣΙ (αποκλειστικές φωτογραφίες)

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ανδρέα Χατζηλουκά (*)

Πέρσι, μετά από 46 και πλέον χρόνια, οι Τούρκοι αποφάσισαν να «ανοίξουν» για τον κόσμο ένα τμήμα της πόλης της Αμμοχώστου, πιο γνωστό ως Βαρώσι ή Βαρώσια, το οποίο ξεχωρίζει από τη μεσαιωνική, εντός τειχών πόλη της Αμμοχώστου.

Αποφάσισα, λοιπόν, να επισκεφτώ και εγώ την πόλη-φάντασμα που τώρα θυμίζει μια πόλη-ανοικτό μουσείο. Περπατώντας στον άλλοτε πιο εμπορικό δρόμο της πόλης, τη λεωφόρο Δημοκρατίας, έφτασα μπροστά από τον Δημοτικό Κήπο. Πίσω του, βρίσκεται το άδειο κτήριο του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, ενός από τα σπουδαιότερα σχολεία πριν από το 1974. Από αυτό αποφοίτησαν μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες και ήρωες του αντιαποικιακού αγώνα του 1955-59. Αποφοίτησε, επίσης, ο πατέρας μου, ο οποίος αργότερα διατέλεσε εκεί φιλόλογος καθηγητής.

Η είσοδος στα σπίτια και στα κτήρια δεν επιτρέπεται από τους φύλακες. Υπάρχουν δεξιά και αριστερά του δρόμου διαχωριστικά σχοινιά και κάθε τόσο φύλακες που επιτηρούν την άδεια και μισοερειπωμένη πόλη. Στο σημείο που στεκόμουν, τα σχοινιά ήταν σε χαμηλό ύψος και δεν υπήρχαν φύλακες. Αποφάσισα να διασχίσω τον Δημοτικό Κήπο και κατέληξα στο πρόπυλο του Γυμνασίου. Στους εξωτερικούς τοίχους διακρίνονταν ακόμα συνθήματα υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Εικάζω ότι αυτά γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1974 πριν την Τουρκική Εισβολή. Η κεντρική πόρτα είχε από καιρό, φαίνεται, αφαιρεθεί. Έτσι βρέθηκα στο εσωτερικό. Στα αριστερά μου βρισκόταν η περίφημη μαρμάρινη πλάκα με τους πεσόντες Αμμοχωστιανούς στο ελληνοαλβανικό μέτωπο. Εκεί κάθε 28η Οκτωβρίου καταθέτονταν στεφάνια και γίνονταν τιμητικές εκδηλώσεις. Είδα τις αίθουσες διδασκαλίας, την αίθουσα των καθηγητών. Μπήκα μέσα σχεδόν σε όλες. Παντού η ίδια εικόνα: αναποδογυρισμένα θρανία και έπιπλα, βιβλία, έγγραφα και απολυτήρια μαθητών σκορπισμένα στο πάτωμα, αφημένα στον καιρό. Μια εικόνα αποκαρδιωτική, αποτέλεσμα, βεβαίως, λεηλασίας που προέκυψε τον πρώτο καιρό μετά την Εισβολή. Σήκωσα και διάβασα το απολυτήριο ενός μαθητή που είχε αποφοιτήσει τη σχολική χρονιά 1945-46. Οι διάδρομοι γεμάτοι πεσμένους σοβάδες και γυάλινα θραύσματα από τα σπασμένα παράθυρα. Ήταν σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος το 1974 και σαν να είχα βουτήξει μέσα στον χρόνο. Από τη μία ένιωθα δέος που μπήκα σε αυτό το ιστορικό κτήριο, για το οποία είχα ακούσει τόσα πολλά από μικρός, και από την άλλη απέραντη θλίψη και οργή για τη λεηλασία και την εγκατάλειψη. Στους εσωτερικούς τοίχους διέκρινα και πάλι συνθήματα υπέρ της Ένωσης και άλλα πολιτικά συνθήματα της ταραγμένης εκείνης εποχής.

Η «περιήγησή» μου διακόπηκε απότομα από τη φωνή του Τούρκου φύλακα που με εντόπισε. Αφού με οδήγησε έξω, με ανάγκασε να σβήσω μπροστά του τις φωτογραφίες από τη φωτογραφική μου μηχανή. Όμως, έσωσα, ευτυχώς, τις φωτογραφίες από το κινητό τηλέφωνό μου. Ίσως να είναι οι μοναδικές που λήφθηκαν από το εσωτερικό του Γυμνασίου εδώ και 47 χρόνια.

Η εμπειρία αυτή αποτελεί κάτι σαν προσκύνημα για μένα στο πνευματικό επίκεντρο της πιο αναπτυγμένης οικονομικά και πολιτιστικά, μέχρι το 1974, πόλης της Κύπρου και μνημόσυνο για τον πατέρα μου, που είχα χάσει 5 μέρες πριν.

Λίγες μέρες μετά, ενόψει της επίσκεψης Ερντογάν στην επέτειο της Εισβολής, οι Τούρκοι επικάλυψαν την επιγραφή «Ελληνικόν Γυμνάσιον», όπως και την αντίστοιχη του Λυκείου Ελληνίδων Αμμοχώστου, που βρίσκεται απέναντι από τον Δημοτικό Κήπο, και κρέμασαν από τα επιστήλια των δύο κτηρίων τουρκικές σημαίες.

 

(*) Ο Ανδρέας Χατζηλουκάς είναι Έφορος στο Ίδρυμα Μουσείου Κώστα Αργυρού (Κύπρος)