“ΣΩΣΑ” ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΣΕΒΙΤΣ ΣΙΝΓΚΕΡ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του περασμένου αιώνα ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (1902-1991), γεννημένος και μεγαλωμένος στην Πολωνία, που την εγκατέλειψε προτού την καταλάβουν οι ναζί, υπήρξε ένας εξαίρετος αφηγητής ιστοριών. Χτές, ανήμερα της επετείου των 75 χρόνων από την απελευθέρωση των κρατουμενων του Άουσβιτς και τη λήξη του ΒΠΠ, κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το μυθιστόρημα του «Σώσα» από τις εκδόσεις Κίχλη, σε μετάφραση Μιχάλη Πάγκαλου και επίμετρα του Σταύρου Ζουμπουλάκη και του Μιχάλη Πάγκαλου.

Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης που διαδραματίζεται στην εβραϊκή κοινότητα της Βαρσοβίας μέσα σε ένα κλίμα αγωνίας, καθώς ο Χίτλερ βρίσκεται προ των πυλών. Ο Άαρον Γκρέιντινγκερ, γόνος χασιδικής ραββινικής οικογένειας, έχει εγκαταλείψει τη μυθική οδό Κροχμάλνα, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Έχει αφήσει πίσω του τον παραδοσιακό εβραϊκό τρόπο ζωής. Τώρα αγωνίζεται να κατακτήσει την αλήθεια της λογοτεχνίας. Ανικανοποίητος από τη συναναστροφή με συγγραφείς και διανοούμενους και από τις ερωτικές σχέσεις με χειραφετημένες γυναίκες, ζει σε ένα υπαρξιακό κενό, που επιτείνεται από τον φόβο της επικείμενης εισβολής των ναζί.

Θα μπορούσε εύκολα να αποκτήσει διαβατήριο και να διαφύγει στην Αμερική, ωστόσο όλα αλλάζουν όταν ξαναβρίσκει τη Σώσα, τον έρωτα των παιδικών του χρόνων, μια κοπέλα που χαρακτηρίζεται από μια αινιγματική αθωότητα. Στο πολυεπίπεδο μυθιστόρημά του ο Σίνγκερ θέτει μια σειρά από μεγάλα ηθικά και μεταφυσικά ερωτήματα. Είναι η θυσία συνυφασμένη με την αγάπη; Ποια είναι τα όρια της ατομικής ευθύνης; Μπορεί ένας άνθρωπος που έχει αποστασιοποιηθεί από τη ζωή της κοινότητας να ξανασυνδεθεί με αυτήν χάρη στην αγάπη; Πώς ο Θεός επιτρέπει στο κακό να επικρατήσει;

«Το έργο του Σίνγκερ μοιάζει με μια κολοσσιαία ελεγεία για τη χαμένη Yiddishland της Ανατολικής Ευρώπης, για τον χαμένο κόσμο του στετλ, και ταυτόχρονα νιώθουμε πως ο κόσμος αυτός είναι ζωντανός και μας αφορά” αναφέρει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. “Διαβάζουμε σε αυτόν τις δικές μας απώλειες, τους δικούς μας ξεριζωμούς, τους δικούς μας διχασμούς, τους δικούς μας έρωτες, τα δικά μας πάθη, φόβους και ελπίδες. Ας μη γελιόμαστε: Αυτό που κάνει τον κόσμο τούτο των νεκρών να ζει αναστημένος μέσα στις σελίδες του Σίνγκερ είναι, το δίχως άλλο, το μαγικό φίλτρο της τέχνης του, η απαράμιλλη αφηγηματική του δεινότητα. Μακριά από κάθε πειρασμό λογοτεχνικής νεωτερικότητας, ξέρει καλά αυτός ο μέγας παραμυθάς πως το πρώτο και το κύριο, όταν μιλάμε για διήγημα και μυθιστόρημα, είναι να μπορέσεις να διηγηθείς μια ιστορία.»

Ο ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΣΕΒΙΣ ΣΙΝΓΚΕΡ (1904-1991) γεννιέται σε μια χασιδική εβραϊκή οικογένεια στο Λεόντσιν της Πολωνίας. Ο πατέρας του και οι δύο παππούδες του είναι ραββίνοι. Ο Ισαάκ μεγαλώνει στην περίφημη οδό Κροχμάλνα της Βαρσοβίας, όπου ο πατέρας του ασκεί τα καθήκοντα του ραββίνου και ταυτόχρονα προεδρεύει ενός ραββινικού δικαστηρίου (Μπετ Ντιν). Αυτή είναι για τον μικρό Ισαάκ η πατρική κληρονομιά· τα χρόνια αυτά θα διαμορφωθεί της «τέχνης του η περιοχή». Όλος αυτός ο κόσμος της παιδικής του ηλικίας θα αποτυπωθεί στο ιδιότυπα αυτοβιογραφικό Στο δικαστήριο του πατέρα μου (1966). Το πρώτο όμως βιβλίο του Σίνγκερ είναι ο Σατανάς στο Γκόραϋ (1935), μια αδυσώπητη μυθιστορηματική κριτική όλων των εκκοσμικευμένων μεσσιανισμών.

Με τη βοήθεια του αδελφού του Ίσραελ Γιόσουα Σίνγκερ (1893-1944), επίσης συγγραφέα και δασκάλου του, θα καταφύγει το 1935 στις ΗΠΑ, ενώ ο αντισημιτισμός φουντώνει στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Αμερική θα γράψει δεκάδες ακόμη διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Το λογοτεχνικό του έργο θα τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ το 1978. Στον λόγο του κατά την απονομή θα υπερασπιστεί «με θέρμη και πίστη για το μέλλον τους, τα γίντις».