“ΠΕΡΣΕΣ” ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΟΙ, ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΚΚΩΦΑΝΤΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη, 19/7/22

Με τούτα (καταδίκη-αποφυλάκιση Λιγνάδη) και μ΄εκείνα (ανάρτηση πανό «Βιαστής είναι» στα θέατρα), η παράσταση των «Περσών» του Αισχύλου στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζά, η διαφημιζόμενη ως «πολυαναμενόμενη», δεν απασχόλησε άμεσα την θεατρόφιλη κοινή γνώμη με τα σχόλια όσων την παρακολούθησαν την Παρασκευή και το Σάββατο 915-16/7). Σταδιακά, όμως, πληθαίνουν οι αναφορές στο προφίλ του Φεστιβάλ στο fb οι οποίες είναι επικριτικές, στην πλειοψηφία τους.

Είδα την παράσταση την Παρασκευή το βράδυ, στην πρεμιέρα της μετά από πρόσκληση του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου. Για πρώτη φορά, αν και επί δεκαετίες τακτικός θαμώνας των κερκίδων του αργολικού θεάτρου και παρούσα σε πολλές παραστάσεις «Των Περσών που κινήσαν και πήγαν στης Ελλάδας τη γη» – με κορυφαία εκείνη της αναβίωσης το 1987(*) της ιστορικής παράστασης των «Περσών» από το Θέατρο Τέχνης- που όλες ανεξαιρέτως, έκαναν το κοινό, τους πολίτες της «πόλης», να παραληρεί στο άκουσμα των δύο πασίγνωστων προτάσεων-μοτίβων, αυτό το κοινό δεν ήταν πια εκεί, στην Επίδαυρο του 2022.

Διότι στο ερώτημα της Άτοσσα “ποιόν έχουν βασιλέα και αρχιστράτηγο στην Αθήνα;” που ο αγγελιοφόρος  (Χρήστος Λούλης) απαντά ότι «…δεν είναι δούλοι, υπήκοοι κανενός…» και λίγο αργότερα όταν ο ίδιος αφηγείται την έναρξη της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα, μεταφέροντας το πρόσταγμα των Αθηναίων – γνωστό πλέον, ανά τον κόσμο: «Εμπρός παιδιά της Ελλάδας, ελευθερώστε…..νυν υπέρ πάντων αγών», επικράτησε μούγκα στη στρούγκα (βλ. κοίλον). Κιχ δεν ακούστηκε…

Αναρωτηθήκαμε: Πολίτες δεν υπάρχουν πιά ή ο λόγος έχασε την ισχύ της έντασής του; Έπαψε να τσακίζει κόκκαλα η γλώσσα; Πού πήγαν εκείνα τα μαλαματένια λόγια;

Ως προς τους «πολίτες» θα λάβω υπόψη την τοποθέτηση της φίλης ιστορικού που επισήμανε ότι την τελευταία φορά που οι Έλληνες, στην πρόσφατη ιστορία τους, συμπεριφέρθηκαν ως πολίτες, κι όχι ως φερέφωνα εξουσίας, ήταν το πρώτο εξάμηνο του 2015. Έκτοτε, χάθηκαν όλα. Ως προς τη σκηνική εκφορά του έργου θα πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι είχαμε να κάνουμε με μια αφήγηση, επιπέδου εσωτερικού μονολόγου του κειμένου της τραγωδίας του Αισχύλου, σε χαμηλούς τόνους, με εμφανείς δυσκολίες στην εύηχη εκφορά του από τους ηθοποιούς, ιδιαίτερα από την Άτοσσα (Ρένη Πιττακή)[ευτυχώς που υπήρχαν στις ακριανές κερκίδες τα ταμπλό με τα κείμενα της παράστασης]. Στο πλαίσιο αυτό οι περιγραφές του αγγελιοφόρου για τις πολεμικές επιχειρήσεις στα στενά της Σαλαμίνας ήταν υποτονικές και τα παραδοσιακά σημεία έξαρσης του κοινού εντάχθηκαν σε άνευρες αφηγήσεις λες και διάβαζαν αποσπάσματα από μυθιστορήματα της λαοφιλούς συγγραφέως που τα πολλαπλά δημιουργήματά της πρωτοστατούν στα ράφια βιβλιοπωλείων των σούπερ-μάρκετ.

Άλλωστε, όπως είχαμε, ήδη, πληροφορηθεί από συνετεύξεις και δηλώσεις στελεχών της παράστασης «ο στόχος είναι να ανοίξει µια πραγµατική συζήτηση µε το κοινό πάνω σε ζητήµατα εξουσίας, κοινωνικού κατακερµατισµού και διαχείρισης της ήττας” και όχι να θιγεί με έμφαση η αντίσταση κατά της εισβολής και γενικότερα κατά της αρχής που καταπατεί ιδέες, αξίες, δικαιώματα, κοινωνικές κατακτήσεις. Μ΄άλλα λόγια σε κουβέντα να βρισκόμαστε…

Πρόσωπα καθημερινά, της διπλανής πόρτας, ο χορός των Περσών στον οποίο συμμετείχαν και 40 εθελοντές δεν ήταν ο αντρικός των γερόντων αλλά μεικτός, ανδρικός και γυναικείος κάθε ηλικίας. Ντυμένοι με σημερινά πρόχειρα ρούχα -αποφόρια τα έλεγαν παλιά- τα μέλη του χορού κινούνταν άλλοτε τσιρίζοντας κι άλλοτε με μεγάλες παύσεις ανάμεσα στα εκκωφαντικά ηχητικά σήματα με τα ανυπόφορα για την ακοή παράσιτα βραχέων κυμάτων που εξέπεμπαν τα επί σκηνής εγκατεστημένα μεγάφωνα και ηχεία φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Για την επίκληση στο νεκρό Δαρείο (Γιώργος Γάλλος) η σκηνοθεσία επέλεξε πρόσθια τα σώματα του χορού και της Άτοσσα επί του κυκλικού επικλινούς εδάφους στο κέντρο της ορχήστρας, παραπέμποντας έτσι, τουλάχιστον για ‘μας στη στάση προσευχής των μουσουλμάνων. Ο Δαρείος, εμφανίζεται, τελικά, με επίσημο μαύρο κοστούμι και την πλάτη γυρισμένη στο κοινό, καθισμένος σ΄ένα παγκάκι με την Άτοσσα στο πλευρό του πέρα από την ορχήστρα, όπου είπε όσα είχε να πεί, ανέβασε την ένταση της φωνής του στα σημεία με τα διδάγματα, μας αποχαιρέτησε κι έφυγε. Στο τέλος ήρθε κι ο Ξέρξης με μπλε κοστούμι και γραβάτα που κατά τη σκηνοθεσία, δέχτηκε την επίθεση των υπηκόων του και απωθήθηκε από τη σκηνή για να λήξει η παράσταση με το καθιερωμένο χειροκρότημα του κοινού και τα «μπράβο» από γνωστούς και φίλους –προφανώς-του θιάσου που είχαν προσκληθεί στην πρεμιέρα.

Στην παράσταση είχαν ενσωµατωθεί ποιήµατα –κυρίως γυναικών και λογοτεχνών από την Τουρκία και το Ιράν καθώς και στίχοι από τον Γιώργο Σεφέρη. Θα ήταν εύστοχο να ανατρέξουμε στο ποίημα « Ο τόπος μας είναι κλειστός» [Μυθιστόρημα Ι ] και να πούμε, παραφράζοντάς την τελευταία στροφή :

Στα αρχαία θέατρα, τις Κυριακές σαν κατεβούμε ν΄ ανασάνουμε

βλέπουμε να ακούγονται στο ηλιόγερμα

άναρθρες κραυγές από κείμενα ανερμήνευτα

σώματα που δεν ξέρουν πια πώς να τ’ αγαπήσουν

 

(*) H παράσταση των “Περσών” του Αισχύλου (472 π.Χ) από το Θέατρο Τέχνης ανέβηκε το 1965 σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, μουσική Γιάννη Χρήστου και σκηνικά – κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη.