“LA PELLE” – Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

της Ελένης Γαλάνη

BENETIA –  Χρώματα στις αποχρώσεις του λευκού, μια συναρπαστική πανδαισία της κλασικής ζωγραφικής του ταμπλώ επανακάμπτει, δυναμικά, στη Βενετία με την έκθεση  „ La Pelle“ του Λυκ Τιμόν(*) στο επιβλητικό Παλάτσο Γκράσι.

Πάνω από 80 έργα ζωγραφικής, τα 2/3 έγιναν το τελευταίο διάστημα, και μία επιτόπου εγκατάσταση δαπέδου στο αίθριο του Παλάτσο, παρουσιάζονται στη μεγάλη, την πρώτη αναδρομική έκθεση του Λυκ Τιμόν στην Ιταλία, στο πλαίσιο της Μπιεννάλε Τέχνης 2019 της Βενετίας. Οι φιλότεχνοι πιθανόν να τον θυμούνται απο την πρώτη του εμφάνιση στην πόλη, πριν από 18 χρόνια, όταν εκπροσώπησε το Βέλγιο, στη Μπιεννάλε του 2001 και παρουσίασε, στο βελγικό περίπτερο, τις βιαιότητες που διέπραξε η χώρα του στο διάστημα της αποικιοκρατίας στο Κονγκό.

Η παρούσα έκθεση στο βενετσιάνικο παλάτι είναι, πράγματι, μια εντυπωσιακή μονοχρωματική ζωγραφική που επιμελήθηκε ο ίδιος, μαζί με την Καρολίν Μπορζουά (μόνιμη συνεργάτη της συλλογής Πινό) συγκεντρώνοντας έργα  από τη συλλογή Πινό και από διεθνή μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.

Ο τίτλος της έκθεσης „ La Pelle“ (Το σώμα) προέρχεται από το ομώνυμο  μυθιστόρημα του Ιταλού συγγραφέα Curzio Malaparte που διαδραματίζεται στη Νάπολη μετά την απελευθέρωση της πόλης από τις συμμαχικές δυνάμεις στο τέλος του B’ Παγκοσμίου Πολέμου, τότε που «η Ευρώπη βρισκόταν σε χάος, όπως και σήμερα», σχολίασε ο ίδιος ο Τιμόν στο άνοιγμα της έκθεσης στις 22 Μαρτίου. Το μυθιστόρημα του Ιταλού συγγραφέα αντικατροπτίζει το πώς οι κάτοικοι της πόλης έχουν, ταυτόχρονα, κατακτηθεί και ελευθερωθεί, το πώς υπήρξαν συν – συνωμότες και θύματα, παράλληλα.

Είναι ουσιαστικά το σώμα του συνόλου του έργου του Τιμόν που αναπτύσσεται στο ιστορικό περιβάλλον της εμπόλεμης κατάστασης στην Ευρώπη, των θηριωδιών των Ναζί, και της βίας, πολιτικής και ατομικής, που χαρακτηρίζει τις δεκαετίες μετά τη λήξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και φτάνει μέχρι και τις μέρες μας. Στην έκθεση υπάρχουν 14 έργα ζωγραφικής με θέματα από το Γ΄ Ράιχ: από ένα τρίπτυχο έργων που διερευνούν τη βεβήλωση που έκαναν οι Ναζί στα σώματα των θυμάτων τους – το ένα μα΄λιστα παρουσιάζει ένα αμπαζούρ από ανθρώπινο δέρμα – μέχρι τον πίνακα με τίτλο Dead End (2018) που απεικονίζει την πόρτα του καταφυγίου όπου διέμενε ο Χίτλερ ως το τέλος της ζωής του.

Κορυφαίο έργο,  στο δάπεδο του αιθρίου του Παλάτσο Γκράσι, αποτελεί το επιβλητικό μαρμάρινο ψηφιδωτό με πεύκα σε λευκούς και γκρι- πράσινους τόνους και με παράλληλες κάθετες γραμμές που διακόπτουν τη σύνθεση. Είναι το “Schwarzheide” που δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτή την έκθεση και βασίζεται στο παλαιότερο, ομώνυμο έργο του, το οποίο ζωγράφισε ο Τιμόν το 1986, έξω από ένα γερμανικό στρατόπεδο εργασίας, το Schwarzheide, βόρεια της Δρέσδης. Εκεί, στη διάρκεια του πολέμου, μερικοί από τους φυλακισμένους έκαναν σχέδια, τα οποία έκοβαν σε λωρίδες για να τα κρύψουν από τους φρουρούς. Τα κάθετα τμήματα του μωσαϊκού αντιπροσωπεύουν αυτές τις λωρίδες. Στην κορυφή της πρώτης μεγάλης σκάλας του Παλάτσο ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος μ’ ένα μικρό πορτρέτο το Άλμπερτ Σπέρ -του αρχιτέκτονα του ναζιστικού κόμματος και υπουργού Εξοπλισμών του Τρίτου Ράϊχ – το οποίο  ατενίζει το ψηφιδωτό.

Περιδιαβαίνοντας την έκθεση διαπιστώνει κανείς ότι ο καλλιτέχνης επιστρέφει ξανά και ξανά σ΄όλη τη διάρκεια της καριέρας του στη φρίκη της ναζιστικής περιόδου. Για δύο κυρίως λόγους, όπως ο ίδιος έχει δηλώσει.

Ο πρώτος είναι αυτοβιογραφικός: η μητέρα του ήταν Ολλανδή και ο πατέρας του Φλαμανδός. Η ολλανδική πλευρά της οικογένειάς είχε ενταχθεί  στην αντίσταση κατά των κατακτητών, ενώ το φλαμανδικό μέρος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς … Ο ίδιος μεγάλωσε μέσα σ΄ένα στενόχωρο και σκυθρωπό οικογενειακό περιβάλλον όπου οι ιδεολογικές συγκρούσεις αποτελούσαν την καθημερινότητα  και διαμόρφωσαν το φόβο στον νεαρό  απόγονο. Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος είναι οι απώλειες που υπέστη η Ευρώπη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που χάθηκαν σχεδόν τα πάντα. Αυτό αποτέλεσε για τον ίδιο δομικό στοιχείο ολόκληρου του έργου του και αντί για την „τέχνη από την τέχνη“ ο Τιμόν δούλεψε με την πραγματικότητα  και την ιστορία της συγκεκριμένης εποχής που εκτείνεται και, δυστυχώς, διαμορφώνει αυτό που ζούμε τώρα. Παράδειγμα, όπως αναφέρει, η αύξηση του αντισημιτισμού στη Γαλλία, η ταυτόσιμη απεικόνιση με τις ουρές Εβραίων στο Βέλγιο, μ΄εκείνες στη ναζιστική Γερμανία.

Στο επίκεντρο του έργου του Τιμόν υπάρχει μια κεντρική ιδέα: η αναξιοπιστία των εικόνων οι οποίες παρέχουν μόνο ένα κομμάτι της πραγματικότητας και οι δικές μας μνήμες, προσωπικές ή συλλογικές που μας παραπλανούν.

Οι αποχρώσεις των λευκών χρωμάτων που χρησιμοποιεί στους καμβάδες του, πάνω στους οποίους όλα τα έργα ζωγραφίζονται εντός μιας ημέρας, “επειδή η προσοχή μου δεν ξεπερνά τη διάρκεια της μέρας“, όπως συνηθίζει να λέει, βασίζονται σε δευτερεύουσες εικόνες -μια φωτογραφία, για παράδειγμα, που τραβήχτηκε από μια τηλεοπτική οθόνη, διαχωρίζοντάς μας, ακόμα περισσότερο, από την ιδέα της αντικειμενικής αλήθειας.

Εκτός από τα έργα που σχετίζονται με τους Ναζί, υπάρχουν εικόνες από την παιδική του ηλικία, από δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές καλλιτεχνικής πραγματικότητας, από τη σειρά Netflix, viral βίντεο στο YouTube, Disney, αλλά  και πορτραίτα κακοποιών, όπως ο Ιάπωνας Issei Sagawa, που στη Σορβόννη του Παρισιού, σκότωσε, το 1981 και στη συνέχεια κανιβάλισε έναν συμφοιτητή του.

Υπάρχει, τελικά, ελπίδα σ΄αυτό το σκοτεινό και ζοφερό περιβάλλον  που σκιαγραφείται από Ναζί, δολοφόνους, βία, fake news; Αναζητώντας τη  απάντηση στεκόμαστε στο έργο που φιλοτέχνησε ο Τιμόν βασιζόμενος στη  εμπειρία και τα ερωτήματα που προέκυψαν από την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης, όπου ο ίδιος μαζί με τη σύζυγό του βρισκόταν εκείνη την ημέρα. Είναι ένας πίνακας κάπως διαφορετικός από τους  υπόλοιπους, μια μνημειώδης νεκρή φύση(2002). Παρουσιάστηκε, για πρώτη φορά στη Documenta 11, στο Κάσσελ, εκείνη τη χρονιά και στη συνέχεια, στην Τate Modern του Λονδίνου και στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Σύμφωνα με δηλώσεις του καλλιτέχνη, το έργο «εμπνευσμένο από τον Σεζάν, αποτελεί μια ισχυρή δήλωση: αντιδρούμε στην τρομοκρατία επαναβεβαιώνοντας τις αξίες μας και τις πολιτιστικές και καλλιτεχνικές μας παραδόσεις. Στο τέλος, τότε, η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει, να μας σώσει».

 

* Λύκ Τιμόν (° 1958) Βέλγος καλλιτέχνης  που ζει και εργάζεται στην Αμβέρσα. Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής, και  βασικός εκπρόσωπος των καλλιτεχνών που εξακολουθούν να ζωγραφίζουν παρά την αμφισβήτηση που δέχεται στις μέρες μας το μέσον και να συμβάλει, καθ ‘όλη τη διάρκεια της καριέρας του, στην αναγέννηση της εικαστικής ζωγραφικής στη σύγχρονη τέχνη.

Οι πίνακές του επηρεάζονται συχνά από ιστορικά γεγονότα και εικόνες  που υπάρχουν στην φλαμανδική ζωγραφική έως και τα σύγχρονα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ο Λυκ Τιμόν χρησιμοποιεί την εικόνα ως έμπνευση για να δημιουργήσει και να απεικονίσει ένα έργο τέχνης. Η ίδια η ζωγραφική γίνεται σε λιγότερο από 24 ώρες. Τα εύκολα αναγνωρίσιμα, αραιοκατοικημένα εικονίδια ξεκινούν από το χάσμα μεταξύ της εικόνας και του τί αυτή αντιπροσωπεύει. Συχνά περιλαμβάνουν μια δευτερεύουσα, ενδοσκοπική αφήγηση. Οι αποχρώσεις στα νηφάλια χρώματα κάνουν τους μονόχρωμους πίνακες πολύ ισχυρούς.

Τα έργα του Λυκ Τιμόν βρίσκονται σε κορυφαίες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές παγκοσμίως και παρουσιάζονται σε μεγάλες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις κάθε χρόνο. Μέχρι στιγμής, έχει δημιουργήσει περίπου. 600 πίνακες ζωγραφικής. Το «La Pelle» είναι η πρώτη του ατομική έκθεση στην Ιταλία, που οργανώνεται χάρη στον Φρανσουά Πινό, έναν από τους σημαντικότερους συλλέκτες του έργου του Τιμόν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες