“ΧΑΙΡΕ” ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ – ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Συζήτηση για το Οδυσσέα Ελύτη και το βραβείο Νόμπελ διοργανώθηκε στη Μόσχα, στην 33η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου 2020 με τη συμμετοχή των συντελεστών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα “Ελληνική Βιβλιοθήκη” του ρωσικού εκδοτικού οίκου Ο.G.I

Παρατίθεται σε ελληνική μετάφραση η συζήτηση μεταξύ του εκδότη των Εκδόσεων OGI (Ιτσκόβιτς), της φιλολόγου ελληνίστριας Μπομπρόβα, του μεταφραστή του Ελύτη (Χαραλαμπίδη) (Χαρλάμωφ) και του φιλολόγου, βιβλιοκριτικού, δημοφιλής μπλόγκερ πολιτιστικών θεμάτων (Γκάσιν)

ΙΤΣΚΟΒΙΤΣ: Γιατί, λοιπόν, βγάζουμε τον Ελύτη; Όχι μόνο γιατί αγαπάμε την Ελλάδα και τους Έλληνες. Τον βγάζουμε, διότι διδασκόμαστε από την ελληνική λογοτεχνία αυτό που μας λείπει. Την αντίσταση στο κακό. Έχουμε την εσωτερική μας τραγωδία, τα ενδότερα προβλήματά μας, όλοι οι Ρώσοι… Παμπάλαια προβλήματα, που πάλι συνδέονται με τους Έλληνες, με το σχίσμα, τον Εμφύλιο Πόλεμο του 1917-1922, την τρομοκρατία… Όλα αυτά τα βιώσαμε και τα αίτια τα αναζητούμε «έξω». Από άσχετους προς εμάς λόγους. Η Ελλάδα είχε και αυτή τα προβλήματά της, τις ατυχίες της, τις τραγωδίες της. Αλλά ο Ελύτης είναι ο ποιητής που τα ξεπέρασε όλα αυτά. Ο Ελύτης είναι ο άνθρωπος που δίδαξε τους Έλληνες πώς να τα ξεπεράσουν. Να κάνουν τον εξωτερικό κόσμο – εσωτερικό. Και να τον τραγουδήσουν. Με πάθος. Τόσο πάθος, που να κλαίνε. Για τους λόγους αυτούς, η «Ελληνική Βιβλιοθήκη» για μένα δεν είναι μόνο ένα εκδοτικό πρόγραμμα. Είναι και μια κοινωνική τοποθέτηση.

ΜΠΟΜΠΡΟΒΑ: Χαίρομαι που σήμερα θα μιλήσουμε για τον Ελύτη. Ένα μεγάλο ποιητή, που έχει αδικηθεί. Ως τώρα όλοι γνωρίζαμε και αγαπούσαμε τον Κ.Π. Καβάφη, που τον αποθέωσε ο Μπρόντσκι και τον εισήγαγε στο πάνθεον των αγαπημένων για τους Ρώσους ξένων ποιητών. Είμαι απολύτως σίγουρη ότι και στον Ελύτη ανήκει επάξια μία παρόμοια θέση. Γιατί λοιπόν τιμήθηκε ο Ελύτης με το Βραβείο Νόμπελ; Συνήθως, για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, ανατρέχουμε στο λόγο που εκφώνησε ο κάθε νομπελίστας στην τελετή απονομής του Βραβείου στη Σουηδική Ακαδημία. Ο Ελύτης, λοιπόν, στο λόγο του έδωσε μια σειρά απαντήσεων σε ερωτήσεις που προκύπτουν όταν διαβάζεις την ποίησή του, την ποιητική του σύνθεση «Άξιον εστί» και μικρότερα ποιήματα ή πεζά του κείμενα. Μας λέει λοιπόν ο ποιητής, ότι στο έργο του κυριαρχεί η διαφάνεια και η φωτεινότητα. Είναι αυτό το φως που επιχειρεί συνεχώς να μεταδώσει στον αναγνώστη. Κι εκεί είναι που μας κόβει τα φτερά λέγοντας ότι έναν ποιητή σε μετάφραση, μπορεί ο αναγνώστης να τον προσεγγίσει ως 20-30%. Εδώ, στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, η προσέγγιση ξεπερνά το 60%. Και γιατί. Κατ’ αρχήν έχουμε να κάνουμε με μια λεπτή και ευγενή μεταφραστική ποιητική. Ιδιαίτερα επιτυχημένη από πλευράς ρυθμού, περιεχομένου, από πλευράς μορφολογίας του στίχου, από πάσης απόψεως. Δεύτερον, λόγω της επιστημονικής θεμελίωσης που συνοδεύει τη μετάφραση. Επιτυχής σχολιασμός, που κάνει τον Ελύτη εξαίφνης κατανοητό. Είναι δεδομένο, ότι ο μέσος αναγνώστης στη χώρα μας, αγνοεί τον Ελύτη. Και ξαφνικά πέφτει στα χέρια του το βιβλίο αυτό. Ο ποιητής αφηγείται τραγικές στιγμές τόσο της ελληνικής, όσο και της παγκόσμιας ιστορίας: Τουρκοκρατία, αγώνας για την Ανεξαρτησία, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος Πόλεμος αμέσως μετά. Συγκλονιστικά γεγονότα, για τα οποία δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Για να βυθιστεί, λοιπόν, στη θάλασσα του Ελύτη ο αναγνώστης και να μην πνιγεί, του είναι απαραίτητες αυτές οι γνώσεις. Η μετάφραση μας εξασφαλίζει όχι μόνο μια αισθητική απόλαυση, αλλά και τις γνώσεις που απαιτούνται για την κατανόηση της ποίησης. Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο, ότι το βιβλίο αυτό τώρα μπορούν να το διαβάσουν όχι μόνον οι ελληνιστές, που βρίσκονται, κατά κάποιο τρόπο σε πλεονεκτική θέση, διότι από τον πρώτο χρόνο των σπουδών τους βιώνουν την ποίηση αυτή ως εμπειρία. Τώρα, το ανάγνωσμα αυτό υπάρχει και στη ρωσική γλώσσα, που νομίζω ότι είναι αρκετά πλούσια, ώστε να αποδώσει όλους τους λεπτούς τόνους και χρωματισμούς που μεταδίδει με τα λόγια του ο Ελύτης.

ΧΑΡΛΑΜΩΦ: Θα ξεκινήσω θέτοντας το ερώτημα από την αρχή: γιατί γενικά ένας ποιητής μπορεί να πάρει το βραβείο Νόμπελ; Τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει η ποίηση, για να αξιωθεί την τιμή ενός Βραβείου Νόμπελ; Κατανοούμε γιατί το παίρνει ένας φυσικός, ένας γιατρός ή ένας συγγραφέας, όπως πρόσφατα το πήρε η Αλεξιέβιτς, για την κοινωνική της θέση, που είναι θεμελιώδης. Αλλά η ποίηση; Ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης στη ζωή μας; Βοηθά τον άνθρωπο να δώσει υπαρξιακές απαντήσεις. Απαντήσεις συχνά πέραν των ορίων του ορθού λόγου. Απαντήσεις εν μέρει λογικές, εν μέρει μεταφυσικές. Όταν λοιπόν η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να δώσει την απάντηση στο γιατί ο Ελύτης πήρε το Βραβείο Νόμπελ, μας μίλησε για το καθαρό βλέμμα του ποιητή, την εκφραστική δύναμη που αποδίδει την ελευθερία του ανθρώπου, τον αγώνα του για την ελευθερία και τη δημιουργία. Λίγο γενικό βέβαια, καθόσον το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τον Μπρόντσκι, και για το Σεφέρη και για πολλούς ακόμα που βραβεύτηκαν σε διάφορες εποχές. Αν λοιπόν η ποίηση μας προσφέρει διάφορες υπαρξιακές λύσεις, η ιδιαιτερότητα του Ελύτη είναι ότι παρόμοιες απαντήσεις προσέφερε σε ένα ολόκληρο έθνος. Όχι μόνο σε μία ομάδα αναγνωστών. Αν στρέψουμε το βλέμμα μας στη ρωσική ποίηση, θα δούμε λαϊκούς ποιητές, λόγιους ποιητές, ποιητές της εργατικής τάξης κ.λ.π. Είναι αυτό που είπε ο κ. Ιτσκόβιτς, ότι ο Ελύτης μετέτρεψε την τραγωδία ενός έθνους σε ένα ανοδικό ρεύμα. Προφανώς και γι’ αυτό πήρε το Βραβείο Νόμπελ. Εδώ όμως πρέπει να κατανοήσουμε, ότι η Ελλάδα και το ελληνικό έθνος υπήρξαν ένα υπόδειγμα του κόσμου. Θα έλεγα μια μινιατούρα του κόσμου. Όλα αυτά που έγραψε ο Ελύτης, ταιριάζουν απολύτως και με το δικό μας έθνος. Τόσες κοινωνικές και υπαρξιακές συγκρούσεις που βασανίζουν το ρωσικό λαό από τις καταβολές του. Ακριβώς οι ίδιες, που βασανίζουν και τον Έλληνα. Εμφύλιοι πόλεμοι, διχασμοί, μεταξύ μη προνομιούχων και ελίτ, μεταξύ διανόησης και απλού ανθρώπου, μεταξύ πόλης και χωριού, μεταξύ πηγαίων λαϊκών αισθημάτων και λόγιου πολιτισμού ή θρησκείας. Όλα αυτά υπάρχουν στον Ελύτη και μπορούμε να τα νοιώσουμε. Για το λόγο αυτό αποφάσισα ότι ήταν σημαντικό να προτείνω στο Ρώσο αναγνώστη ακριβώς αυτό τον ποιητή.

ΓΚΑΣΙΝ: Θα ήθελα να ξεκινήσω τονίζοντας τι ακριβώς σημαίνει για μένα, ως Ρώσο αναγνώστη, το «Άξιον εστί». Το Βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία αποτελεί πάντα ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Δίδεται (όσο κι αν αλλάζουν οι εκφράσεις) για την λογοτεχνική και πολιτισμική προσφορά σε ένα ολόκληρο έθνος. Το «Άξιον εστί» είναι μια επική ποιητική σύνθεση. Έπος είναι το πλάσιμο ενός έθνους, εκφρασμένο σε προφορικό λόγο. Λογοτεχνικό έπος είναι το πλάσιμο του πλασίματος. Είναι το επόμενο στάδιο. Εδώ μάλιστα, μιλάμε και για ένα έργο που γράφτηκε στην εποχή του μοντερνισμού, μια εποχή νέων νόμων, νέων παραδόσεως της λογοτεχνικής γραφής. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως πολύπλοκο κείμενο. Για το Ρώσο αναγνώστη, ούτε η μελωδικότητα των κειμένων, ούτε το βάθος των ιδεών, για τις οποίες μίλησαν όλοι οι προλαλήσαντες θα ήταν κατανοητά, εάν δεν επρόκειτο για ένα ιδιαιτέρως κοντινό μας πολιτισμικό φαινόμενο. Ανοίγει ο αναγνώστης το «Άξιον εστί» και έρχεται αμέσως αντιμέτωπος με ένα ιδιαιτέρως πολύπλοκα δομημένο κείμενο. Υπάρχει ένα πολύπλοκο ρυθμικό και στροφικό σύστημα, που χάρη στο σχολιασμό κατανοούμε ότι κατάγεται από τη λειτουργική ποίηση. Ο μέσος αναγνώστης, ασφαλώς, δεν είναι ειδικός στην ανάγνωση του Ρωμανού του Μελωδού, ούτε της παλαιορωσικής υμνογραφίας, που ανάγεται στον βυζαντινό πολιτισμό. Για τον Ελύτη όμως, αποτελεί οργανικό μέρος του ποιητικού του λόγου. Τόσο, που το αισθάνεται ο αναγνώστης, ακόμα και αν αγνοεί τις ακριβείς πηγές. Ο Ρώσος αναγνώστης, που δεν είχε την ευκαιρία να γνωρίζει την  νεοελληνική γραμματεία, ούτε την εκκλησιαστική ποιητική παράδοση, γνωρίζει τον Λεσκώφ, τον Ντοστογιέφσκι, τον Ιβάν Σμιλιώφ, το Μπούνιν και μέσω αυτών, μέσω των ήχων τους και του έργου τους ρουφάει αυτό το λυρισμό που κατάγεται από τα παλαιά κείμενα του ορθόδοξου πολιτισμού. Ένα άλλο συστατικό στοιχείο είναι κάτι που το γνωρίζουμε από παιδιά. Ένας κρυφός δεύτερος πάτος όλων των κειμένων. Εννοώ τη μυθολογία. Ο Καβάφης έχει γράψει ένα ποίημα, όπου ένας αρχαίος θεός, που αγνοεί την ηθική, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς, εμφανίστηκε σε μία πόλη και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Ο Καβάφης τον είδε αυτό το θεό, σαν έναν πανέμορφο νέο. Οι μορφές της μυθολογίας είναι διάχυτες μέσα στη λογοτεχνία. Ο Ελύτης ξέρει να χειρίζεται τα μυθολογικά στοιχεία. Κινείται από τον ποιητικό λόγο στην πεζή αφήγηση και αισθάνεσαι πόσο πολύπλοκα και πόσο σοφά είναι οικοδομημένο το έργο. Αν αγνοείς την ομορφιά της μετρικής του, η σχεδόν μαθηματική δομή των στίχων εκείνων που θυμίζουν εκκλησιαστικούς ύμνους, την αισθάνεσαι ούτως ή άλλως, διότι πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο με μεγάλη μαστοριά και ασφαλώς χάρη στις προσπάθειες του μεταφραστή. Υπάρχουν και τα κείμενα με τις τραγικές σκηνές από την Κατοχή, τον Εμφύλιο Πόλεμο… Στον ευρύτερο πολιτισμό όλα αυτά ζουν κάπως σαν μακρινή ηχώ. Ίσως κάποιοι θυμούνται το υπέροχο βιβλίο της Άλκης Ζέη «Το καπλάνι της βιτρίνας», όπου τα γεγονότα αυτά μας τα αφηγείται ένα μικρό παιδί. Ο Ελύτης έχει συνοψίσει σε μια αφήγηση την εμπειρία πολλών πολέμων, πολλών δυσβάστακτων περιόδων, αλλά και πολλών περιόδων αναγέννησης, διότι πάντα μετά την καταιγίδα έβγαινε ο ήλιος, φύτρωνε το χορτάρι, πάντα ξανάβγαιναν οι ψαράδες για ψάρεμα και με τον τρόπο αυτό πάντα καταλήγουμε ένα κέντημα, μια ζωγραφιά, που πιθανώς και να κρύβεται πίσω από αυτή την ποιητική σύνθεση. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης το αισθάνεται αυτό το κέντημα, το ακολουθεί ως το τέλος του βιβλίου που υπάρχει ένας θρίαμβος της ζωής. Θέλω για μια ακόμα φορά να συγχαρώ το μεταφραστή, που κατόρθωσε να μας μεταδώσει αυτό το αίσθημα που πηγάζει από το «Άξιον εστί». Πρόκειται για ένα ισχυρό, αγλαό φως του ήλιου. Είναι ο χαιρετισμός που απηύθυναν οι αρχαίοι Έλληνες μεταξύ τους: «Χαίρε!». Αυτό το συναίσθημα κυριαρχεί. Χαρά, παρά το πολύπλοκο και τραγικό υλικό της γραφής. Η ζωή νίκησε, διότι είμαστε μαζί! Ποιοι είμαστε οι «εμείς» του ποιητή, δυσκολεύομαι να το πω. Μάλλον οι Έλληνες της γενιάς του Ελύτη. Μάλλον όλοι οι Έλληνες που έζησαν σε όλους τους αιώνες και όλες τις χιλιετίες και που μιλούν την ελληνική γλώσσα. Και από τώρα πλέον και όλοι οι Ρώσοι αναγνώστες, που διαβάζουν με αγάπη αυτή την ποιητική σύνθεση. Αλλά το «Χαίρε!», είναι η αίσθηση που κυριαρχεί από την ανάγνωση του ποιήματος.