OPUS 77: O KOΣΜΟΣ ΤΩΝ ΒΙΡΤΟΥΟΖΩΝ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη

Tο μυθιστόρημα του Alexis Ragougneau ξεκινά σε μια βασιλική της Γενεύης, μια βροχερή μέρα, όπου τελείται η κηδεία του διεθνούς φήμης μαέστρου της OSR (Ορχήστρα της Ρωμανικής Ελβετίας). Η κόρη του, Αριάν Κλεσένς, πιανίστας, επίσης, η ίδια, διεθνούς εμβέλειας κι αυτή, δεν θα παίξει, τελικά, την Κηδεία του Λίστ που είχε προγραμματίσει στη μνήμη του πατέρα της, αλλά ένα έργο μεγαλύτερο σε διάρκεια, γραμμένο για βιολί και ορχήστρα που όμως τη μεταγραφή του σε πιάνο την ήξερε απ’ έξω καθώς το είχε παίξει αμέτρητες φορές παλιότερα, συνοδεύοντας το βιολιστή αδελφό της στις πρόβες: είναι το πρώτο κοντσέρτο για βιολί, έργο αρ. 77 του Ντιμίτρι Σοστακόβιτς.

…λα, φα, μι, λα, λα-μπεμόλ, σολ, φα, ντο, σι, μι, ντο, λα, σολ, λα, φα δίεση , ρε και το μυθιστόρημα  της ζωής της οικογένειας Κλεσένς διαχέεται στα πέντε μέρη του: Nocturne, Scherzo,Passacaille και Burlesgue .

Η μνήμη ξυπνά πάνω από τα πλήκτρα του πιάνου της εκκλησίας και η αφήγηση της Αριάν μας μεταφέρει στο Τελ Αβίβ, εκεί όπου ο νεαρός τότε πιανίστας πατέρας βρέθηκε για να δώσει το κοντσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι, συνάντησε τη λυρική τάξη της Μουσικής Ακαδημίας, γνώρισε και ερωτεύτηκε παράφορα τη νεαρή σοπράνο Yael με το εξαιρετικό vibrato, η οποία εγκατέλειψε τα πάντα και τον ακολούθησε στο Παρίσι. Η πιανίστρια κόρη τους θυμάται την παιδική της ηλικία με τον αδελφό της Νταίηβιντ, τους μουσικούς γονείς που αποφασίζουν να μάθει πιάνο εκείνη και βιολί ο αδελφός της, την εξέλιξη του πατέρα τους σε περιζήτητο και διεθνή μαέστρο, τη σταδιακή καταστροφή της καριέρας της μητέρας που χάνει τη φωνή της  και χρήζει ψυχοθεραπείας, τη ρήξη μεταξύ πατέρα και του καταπιεζόμενου γιού με το εξαιρετικό ταλέντο αλλά και με την αποστροφή στα έθιμα και τα πρέπει των μουσικών παραγόντων και των πατρικών υποδείξεων για τη ζωή και την εξέλιξή του ως σολίστ του βιολιού.

Η  Αριάν, ανατρέχει από το παρόν στο παρελθόν, ερευνά αυτές τις δύο αινιγματικές προσωπικότητες, την τρομερή πίεση που υπέστη ο Νταίηβιντ από τον απαιτούμενο πατέρα του, του οποίου τα μόνα λόγια για τον γιο του  ήταν η λέξη «ξανά».  Αποτέλεσμα της ασφυκτικής κατάστασης στην οικογενειακή εστία ήταν η αποχώρησή του από το σπίτι για να συνεχίσει, λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά από τη Γενεύη, απερίσπαστος και ήρεμος την προπόνηση σταδιακά και σε υψηλό επίπεδο μ’ έναν παλιό Ρώσο βιολιστή, τον Κρικοριάν από την Αρμενία, που έδειχνε να μην ήταν γνωστός στην Ελβετία αλλά που έχει ζήσει μερικές από τις εποχές της Σοβιετικής Ρωσίας, τότε που ο Σοστακόβιτς ζούσε, ο Στάλιν έπαιζε με τη ζωή του συνθέτη όπως η γάτα με το ποντίκι.

Ο Nταίηβιντ ετοιμάζεται από τον Κρικοριάν, με τη συνοδεία της αδελφής του στο πιάνο, να αντιμετωπίσει τους διαγωνισμούς που θα αποφασίσουν ποιός θα έχει μια διεθνή καριέρα. Σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι ο δάσκαλός του βιολιού μπορεί μεν να μην είναι γνωστός στο Βέλγιο ή την Ελβετία, αλλά είναι ιδιαίτερα σεβαστός από τους Ρώσους μουσικούς που μετέχουν στις διεθνείς επιτροπές. Καθώς ο Νταίηβιντ φτάνει στον τελικό του παγκοσμίου κύρους διαγωνισμού για σολίστ βιολιού “Βασίλισσα Ελισάβετ” των Βρυξελλών, συναντάται με τον πατέρα του στο πόντιουμ της ορχήστρας και εκτελεί με τρόπο μοναδικό το Opus 77.

Η ατμόσφαιρα είναι σούρουπο, αυτό ακριβώς που ήθελε ο Σοστακόβιτς για το ξεκίνημα Nocturne. Το έργο παίχτηκε για πρώτη φορά την κατά την περίοδο της αποσταλινοποίησης, το 1955 με σολίστ τον Ντάβιντ ‘Οιστραχ – έναν από τους κορυφαίους βιολιστές του 20ού αιώνα και από του μεγαλύτερους παιδαγωγούς, ο οποίος “έλεγε για το πρώτο μέρος(του έργου) ότι εκφράζει την ολοκληρωτική απουσία συναισθημάτων”. Στη γραπτή απόδοσή του το κοντσέρτο απογειώνεται με την τέχνη του λόγου του συγγραφέα. Ο Alexis Ragougneau είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας πολύ καλά ενημερωμένος λάτρης της μουσικής και κατέχει άριστα την τέχνη να μεταδίδει, μέσω της δεξιοτεχνίας του γραπτό λόγο, την αναμέτρηση ανάμεσα σε πατέρα και γιό και τη μαγεία που εκπέμπουν για πετύχουν να ξεπεράσουν το σκοτάδι της νύχτας, την κίνηση των σκιών, τις αλήθειες που ποτέ δεν εξέφρασαν. Μια ζωή αντιπαλότητας και παρεξηγήσεων εξαπλώνεται στη σκηνή, πριν οι τηλεοπτικές κάμερες και τους δύο χιλιάδες θεατές στο «palais des Beaux-Arts» αποθεώσουν το ρεσιτάλ. Ο συγγραφέας πετυχαίνει να δημιουργεί μια αγωνία καθώς περιγράφει την ερμηνεία του Ντέηβιντ στο φινάλε του Opus 77 υπό τη διεύθυνση του πατέρα του ταυτίζοντας τα πρόσωπα μ΄ εκείνα της πάλης του Σοστακόβιτς και του Στάλιν, μέσα σ΄ ένα πλαίσιο διχασμού ανάμεσα στον τρόμο και την καταστολή.

“…Tελικά, το σόλο βιολί ανασηκώνεται, κυλά, εξαγριώνεται και καθηλώνει την ορχήστρα σαν ένας δήμιος απέναντί της. Κι ωστόσο, στα πέντε ατελείωτα λεπτά που διαρκεί η Καντέντσα θα ριχτεί στη μάχη, χτυπώντας το σκληρό και διάφανο πάγο της σιωπής, σκεπάζοντάς τον με το αίμα του, κλονίζοντάς τον αλλεπάλληλα, με αλλεπάλληλες προσπάθειες, μέχρι να βυθιστεί στην παραφροσύνη εκείνου που δεν έχει διέξοδο.”

Τότε η ορχήστρα δεν έχει παρά να το περιμαζέψει, να μαζέψει τα κομμάτια του. Ωστόσο το μικρό όργανο αρνείται να συντριβεί. Προτιμά τον σαρκασμό από τον θάνατο, επαναλαμβάνοντας  το κύριο θέμα του Νυχτερινού, αλλά το επιταχύνει, το προσαρμόζει μέχρι τα ακραία σύνορα της τονικότητας, για να δείξει έτσι όλο τον παραλογισμό. Μπουρλέσκο, είναι τ’ όνομα του τέταρτου και τελευταίου μέρους. Η υπεροχή της Πασακάλια είναι επίσης παρωδιακή. Το σόλο βιολι χυμά πάνω στα ξύλινα και στα κόρνα, χορεύει πάνω στην κοιλιά όλων τους. τους δείχνει επανειλημμένως το μεσαίο δάχτυλο. Το τέμπο επιταχύνεται από αλέγκρο σε πρέστο. Τα μοτίβα διαδέχονται το ένα το άλλο, πιό τρελό το ένα από το άλλο. Λες σαν από θαύμα τα άλλα όργανα μοιάζουν να μολύνονται από τη φρενίτιδα αυτή. Το βιολί αγγίζει τα υψηλότερα άκρα της κλίμακάς του. Πετά, φεύγει για πάντα προς τον εσωτερικό κόσμο του, χωρίς η εμφατική κατακλείδα της ορχήστρας -ταγκατά-πον-πον- να καταφέρει να το προσγειώσει.

“….Για να παίξεις το Έργο 77, πρέπει να έχεις υπάρξει στα έγκατα, και να έχεις μείνει εκεί για μια στιγμή. Αυτό έλεγε πάντα ο γερο- Αρμένης”.

 

μετάφραση : Βασίλης Πατσογιάννης

Εκδόσεις Πλέθρον, Οκτώβριος 2020, 230 σελ.

 

Ετικέτες