ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Ο συγγραφέας του βιβλίου, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος, άρχισε το 2016 να περιηγείται την ενδοχώρα και να αποτυπώνει τη φυσιογνωμία του αστικού τοπίου, όπως αυτή απέμεινε και έφτασε σ’εμάς τον 21ο αιώνα. Συγκέντρωσε φωτογραφίες από 24 πόλεις επικεντρώνοντας το φακό του αλλά και το ενδιαφέρον και το συναίσθημα στον αστικό ιστό, σε κτίρια και διαδρομές της κάθε μιας σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει την πολυμορφία και τον χαρακτήρα της πάλαι πότε “ασυνάρτητης επαρχίας” από το Βορρά έως το Νότο της Ελλάδας.

Από την Κρήτη και τη Μακεδονία και από τη Θράκη έως τα Επτάνησα ο Νίκος Βατόπουλος με το σύνθετο και ταυτόχρονα λιτό ύφος του περιεργάζεται  “το αστικό απόθεμα που ένιωθα ότι ήταν παραμελημένο, αγνοημένο, υποτιμημένο και σε απόσυρση”.

Το βιβλίο κυκλοφορεί στις 14 Νοεμβρίου 2019. Ανήμερα της κυκλοφορίας θα γίνει στη Δράμα η πρώτη παρουσίαση (14/11). Θα ακολουθήσει η Κομοτηνή (15/11). Το ταξίδι προβλέπει ακόμη στάση στην Καβάλα και διαμονή στην Αλεξανδρούπολη. Στην Αθήνα η παρουσίαση έχει προγραμματιστεί για τις 18/11/.

Αποσπάσματα από το βιβλίο

Για τη Δράμα

Στη Δράμα ένιωσα εκείνον τον ιδιότυπο αέρα της Ανατολικής Μακεδονίας, «καπνισμένο» από στρώσεις διηγήσεων, που αργότερα βρήκα σε βιβλία και άκουσα από χείλη. Αλλά σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, η πόλη αποκαλυπτόταν από μέσα προς τα έξω.

Ζητάει χρόνο η Δράμα, και πιο πολύ ζητούσε βλέμμα ανήσυχο μα στοχαστικό. Ο τόπος ο ίδιος έχει σελίδες αγριεμένης βίας στον εικοστό αιώνα, είναι πόλη ταλαιπωρημένη από τους Βαλκανικούς και τους δύο Μεγάλους Πολέμους, γι’ αυτό ήθελα να τη δω χωρίς πένθιμα τούλια αλλά με το φως μιας παρθένας ματιάς. Όσο και να προσπαθούσα, το πετύχαινα για λίγο, γιατί η Δράμα έχει βάρος από μόνη της, έχει σκοτεινές πλευρές σαν ένα νουάρ μυθιστόρημα για τα Βαλκάνια.

Στα σπλάχνα ενός παλιού ξενοδοχείου, σε μια από τις ωραίες προσόψεις του κέντρου της πόλης, ανάκατα ανάμεσα σε παλιά έπιπλα, σερβίτσια και ιστούς αράχνης, απέσπασα σαν τυμβωρύχος παλιές διαφημίσεις νεωτερισμών, σταυρωμένα ψηφοδέλτια του 1977 με τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή και κιτρινισμένες εφημερίδες της δεκαετίας του ’60. Αυτή η χάρτινη πόλη που επιζεί, θρυμματισμένη και φθίνουσα, κρυμμένη σε ημίφως και σκιασμένα υγρά εσωτερικά, με ακολουθεί.

 

Για την Κομοτηνή

Περπατώντας στο κέντρο της Κομοτηνής, ένιωσα πολλές φορές αυτή την απόκοσμη γοητεία μιας πόλης που, όπως πολλές ακόμα στη διεθνή ιστορία, δεν ήταν προορισμένες να είναι παραμεθόριες.

Η Κομοτηνή προσφέρει αστικά βιώματα και σε κάνει να σκέφτεσαι πάνω στο μέλλον των πόλεων. Είναι αδύνατον να είσαι σε αυτή την πόλη και να μη σκεφτείς τρόπους και δυνατότητες για το καλύτερο μέλλον της. Όλα μοιάζουν ειρηνικά, και ταυτόχρονα τόσο δελεαστικά, καθώς η ίδια η φύση της περικλείει και εμπεριέχει όλη τη σύγχρονη και σύνθετη διεθνή ατζέντα για το αύριο των πόλεων. Πώς δηλαδή μπορεί μια πόλη μακριά από το «κέντρο», με μια ενδοχώρα ολοένα και πιο εξαρτημένη από τον τριτογενή παράγοντα, με μία πληθυσμιακή σύνθεση που αγκαλιάζει δύο θρησκείες και με μία ανάγκη διαρκούς επαναπροσδιορισμού, μπορεί όχι μόνο να ευημερήσει αλλά να προτείνει και ένα μοντέλο ευημερίας.

Κατά μία έννοια, είναι στο επίκεντρο ενός ευρωπαϊκού προβληματισμού. Είναι διεθνής μέσα από τα εργαλεία που προσφέρει για την κατανόηση της συνύπαρξης, της σύγκλισης και της συνοχής.