ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ ΕΚΘΕΙΑΖΟΥΝ ΤΟ “ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ”

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

επιμέλεια κειμένων: anyteart

Από το Σεπτέμβριο του 2019 έχουν κυκλοφορήσει στη Ρωσία οκτώ βιβλία σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, σε νέες μεταφράσεις, με στόχο να γνωρίσει ο ρωσόφωνος αναγνώστης το βάθος και την ομορφιά ποιητών και πεζογράφων της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα αλλά και των σημερινών συγγραφέων. Από τη συλλογή δεν θα μπορούσε να απουσιάζει έργο του Οδυσσέα Ελύτη και μάλιστα το πιο συμβολικό, το “Άξιον Εστί”, το οποίο ουδέποτε είχε μεταφραστεί στα ρωσικά.

Στο έργο αυτό ο ποιητής δεν δεσμεύεται από τίποτα, ούτε από πρόσωπα ή από ηθικές επιταγές, υμνεί και στηλιτεύει καταστάσεις και ζητά να προσδιορίσει τη μοίρα της ανθρωπότητας μέσα από τη βαθύτερη μοίρα του ελληνισμού. Ο τόνος του ασυνήθιστος, αλλού θυμίζει βυζαντινά πρότυπα και αλλού το περιεχόμενο παραπέμπει σε επαναστατικά επίπεδα από πολλές απόψεις.

Τρία μέρη συγκροτούν το “Άξιον Εστί”:

Το πρώτο υποδιαιρείται σε επτά παραγράφους που αντιστοιχούν στις επτά ημέρες της Δημιουργίας και καταλήγουν στην ίδια επωδό: “Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας”.Είναι ένας ύμνος στην ελληνική φύση, φορέα του φωτός και κέντρο πέριξ του οποίου συγκροτείται και σταδικά ολοκληρώνεται η συνείδηση.

Το δεύτερο μέρος, το κεντρικό και το μεγαλύτερο, αποτελείται από τρεις καινούργιους ποιητικούς τύπους –τον Ψαλμό, την Ωδή και το Ανάγνωσμα οι οποίοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον σε όλη την έκταση του έργου. Είναι τα “Πάθη” που περιλαμβάνουν θέματα από τα γεγονότα της δεκαετίας 1940-1950 (Αλβανικό μέτωπο, Κατοχή, Εμφύλιος πόλεμος) και μέσα από υπαινιγμούς και συνεχείς προεκτάσεις επιχειρούν να προσεγγίσουν την ιστορική διαδρομή του ελληνικού Γένους και να αναδείξουν τη μοίρα του Ελληνισμού αλλά και τη μάχη του ανθρώπου προς τις δυνάμεις του σκότους.

Το τρίτο μέρος, το “Δοξαστικόν” χωρίζεται σε τρεις ενότητες και αποτελεί μια ιδιότυπη δοξολογία όπου μετά από ένα αδιάκοπο crecendo εικόνων φτάνει προς τη μεταφυσική λύτρωση των παθών και την τελική θέση του ποιητή για τον κόσμο. Εδώ όλα τα εφήμερα αποκτούν αιώνια υπόσταση κι ο ποιητής ξεκινώντας από έναν αντίθετο προς τον Χριστιανισμό δρόμο, φτάνει στην ίδια αντίληψη περί αθανασίας της ζωής και στην κάθαρση του κόσμου μετά την εξουδετέρωση των σκοτεινών δυνάμεων που τον μάχονται.

Η έκδοση του έργου έγινε δεκτή στη Ρωσία με ενθουσιασμό. Η κριτική μίλησε για τον “άγνωστο ποιητή” Οδυσσέα Ελύτη και “το άγνωστο έργο” που για πρώτη φορά μετά το 1960 μεταφράζεται στα ρωσικά.

Ηλεκτρονικό περιοδικό «Γκόρκι»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ». Ποιητική σύνθεση. Μετάφραση από τα ελληνικά, εισαγωγή και σχόλια I. Harlamoff. Μόσχα, OGI, 2019.

Γράφει ο Lev Oborin

Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, του σημαντικότερου ίσως Έλληνα ποιητή του 20ου αιώνα, στη Ρωσία παραμένει άγνωστη. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους, υπήρξε και το γεγονός ότι το σημαντικότερο έργο του, η ποιητική σύνθεση “Άξιον εστί” (1959), μέχρι σήμερα δεν είχε κυκλοφορήσει στα ρωσικά. Όπως μας εξηγεί ο επιμελητής της σειράς “Ελληνική Βιβλιοθήκη” Δημήτρης Γιαλαμάς, απόπειρες έχουν γίνει αρκετές, αλλά μόνο η μετάφραση του Ippolit Harlamoff απεδείχθη «η μόνη ευκαιρία για να δει με το σωστό τρόπο το φως στα ρωσικά το “Άξιον εστί”».

Το έργο του μεταφραστή, που διήρκεσε δέκα χρόνια («τόσον καιρό, όσο τα στρατεύματα των Αχαιών πολιορκούσαν την Τροία, τόσο όσο ταξίδευε ο Οδυσσέας»), πραγματικά, δημιουργεί μια πολύ δυνατή εντύπωση: για όσους δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα η εντύπωση αυτή ενισχύεται από τον πλούσιο και λεπτομερή σχολιασμό του Harlamoff. Στηρίζει με επιχειρήματα τις γλωσσικές, λεξικολογικές επιλογές του, τη ρυθμολογία, παρουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο, χωρίς τη βάση του οποίου το «Άξιον εστί» θα ήταν ακατανόητο, παραπέμπει σε ειδικούς στο έργο του Ελύτη και μερικές φορές διαφωνεί μαζί τους, προτείνοντας περισσότερο πειστικές ερμηνείες. Το έργο του μεταφραστή υπήρξε πολύ (συγχωρήστε μου την ταυτολογία) άξιο.

Το πρόβλημα που επιβάλει η καταγωγή της νεοελληνικής ποίησης είναι το αναπόφευκτο της αναφοράς στις σκιές των αρχαίων γιγάντων. Για το ξεπέρασμα αυτού του προβλήματος κάποιοι αποστασιοποιούνται από το αρχαιολατρικό περιεχόμενο με την αρωγή ενός σύγχρονου μεσογειακού μακροκόσμου (όπως λ.χ. ο Καβάφης), κάποιοι άλλοι στρέφονται προς την υπερρεαλιστική γραφή (όπως ο Σαχτούρης). Ο Ελύτης στο «Άξιον εστί» βασίζεται στο αρχαίο στοιχείο, όπως άλλωστε και στο χριστιανικό. Η ποιητική αυτή σύνθεση, χωρίζεται, διατηρώντας τη μνήμη των ιερών κειμένων, σε τρία μέρη («Γένεσις», «Έξοδος» και «Δοξαστικόν») και αξιοποιεί την μορφή των ψαλμών και των λειτουργικών αναγνωσμάτων, περιφρονώντας το λογιοτατισμό, χρησιμοποιεί ως βάση το τοπίο, που παραμένει το απαράλλακτο από την αρχαιότητα και έχει εμπνεύσει και τους ίδιους τους κλασσικούς.

Την ίδια ακριβώς επίδραση υπογραμμίζει και ο μεταφραστής: στο έργο της μετάφρασης τον κύριο ρόλο διαδραματίζει η ελληνική λογοτεχνία που έχει διαβάσει όλα αυτά τα χρόνια, όπως και ο περιβάλλων χώρος της Ελλάδας. Η θάλασσα, τα μεσογειακά κλαδιά, τα ελαιόδενδρα, οι κίονες και οι μετόπες με τα ανάγλυφα, από όλα αυτά αποτελείται «αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας», τον οποίο οικοδομεί ο ποιητής από την αρχή κιόλας του «Άξιον εστί». Στο τελευταίο μέρος, το «Δοξαστικόν», ο Ελύτης απαριθμεί ό,τι το άξιον: «Τα βουνά με την οίηση των ερειπίων» (ακολουθεί η απαρίθμηση: «η Πίνδος, η Ροδόπη, ο Παρνασσός / ο Όλυμπος, ο Τυμφρηστός, ο Ταΰγετος…»), «το τραγούδι που είπε η Λυγερή στον Άδη», «το σύννεφο στη χλόη / στον βρεμένο αστράγαλο το φρτ της σαύρας», «οι σημάντορες άνεμοι που ιερουργούνε», «οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες / η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος» και οι ιερείς, που ψάλλουν τον Ακάθιστο

«Τα νησιά με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία

τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια»

κι ακόμα «τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα». Ενώπιόν μας έχουμε έναν ύμνο για τον τεράστιο κόσμο της ζωής, που είναι συμπυκνωμένος στο υψηλότερο δυνατό ύφος. Αλλά, ανάμεσα στους ύμνους-απαριθμήσεις (κατάλογοι που ταυτόχρονα είναι και αναφορές στα αρχαία έπη και αναγνώσεις ονομάτων στη Λειτουργία) ευρίσκονται τα «Πάθη», που προσδίδουν στην ποιητική σύνθεση ένα τραγικό βάθος. Βετεράνος του πολέμου και μάρτυρας των ναζιστικών εγκλημάτων στην Ελλάδα, ο Ελύτης με έναν αλάνθαστο τρόπο προσδίδει στα γεγονότα αυτά μια επική διάσταση: ακόμα και όταν είναι αρνητικά, τα γεγονότα αυτά μπορούν να είναι άξια να αντιπαρατεθούν με τη μυθολογία και τις Γραφές. Η Ελλάδα υπό τη ναζιστική κατοχή και μετά σε περίοδο εμφυλίου πολέμου μετατρέπεται σε ένα πεδίο τρόμου: «Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε / και στερνά την πέτρα μου αφήσανε / τρομερή ζωγραφιά μου». Τα σχήματα της φύσης, όπως λ.χ. οι πέτρες, στον Ελύτη έχουν βαθύ νόημα, αλλά δεν είναι κάτι ξένο από την έννοια της ηθικής: αντιπαρατίθενται στη χρήση τους για κακό και τελικά αυτό δίνει δύναμη να αγωνιστεί κανείς για αυτό που ορίζεται ως «αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας».

Το βασικό μέρος της ποιητικής σύνθεσης «Άξιον εστί» αποτελείται από επιμέρους ποιήματα που είναι γραμμένα είτε με μορφή στίχου, είτε σε ελεύθερη μορφή (ο εσωτερικός ρυθμός στη μετάφραση είναι πάντα αισθητός), άλλοτε πάλι με ασυνήθιστα μέτρα, που έχουν καταγωγή στην αρχαιότητα, αλλά και στο λειτουργικό, βυζαντινό μέλος. Μία από τις σημαντικότερες πηγές του Ελύτη, θεωρείται το υμνογραφικό έργο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού. Σε όλα αυτά τα μέρη, ο ποιητής, παραβάλει μικρά πεζά αναγνώσματα. Σύμφωνα με τον Harlamoff «ακολουθούν το ύφος των ευαγγελικών αναγνωσμάτων στη Λειτουργία, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιούν ένα προφορικό ύφος, γεμάτο λαϊκές φράσεις και διαλεκτολογισμούς», παραπέμποντας στα Απομνημονεύματα του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη, ενός από τους ήρωες του αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Η γλώσσα αυτή κινείται ανάμεσα στη βιβλική γραφή και τις δημώδεις αφηγήσεις (ίσως θα μπορούσε κανείς να κάνει στο σημείο αυτό έναν παραλληλισμό με το ποίημα του Sergey Zavialov «Τα τέσσερα καλά νέα») ενώ, ταυτόχρονα, δομεί μία εικόνα του αγώνα των Ελλήνων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στα πλαίσια σε μίας παγκόσμιας επικής παράδοσης. Η ιστορία του στρατιώτη Λευτέρη, του alter ego ήρωα του ποιητή, παραπέμπει στα Πάθη του Χριστού και την Εις Άδου Κάθοδον. Ο Ελύτης πέτυχε να γράψει ένα παγκόσμιο κείμενο που δεν επεδίωκε μόνο την επίτευξη κάποιων αμιγώς λογοτεχνικών στόχων, διότι κάτι παρόμοιο θα υποβίβαζε την ποιητική αυτή σύνθεση. Ο ρόλος του ποιητή στο έργο του Ελύτη είναι σαφής: «Θα καρώ μοναχός – των θελερών πραγμάτων / σεμνά θα υπηρετώ – την τάξη των πουλιών». Τα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να διακρίνουν έναν τέτοιο ποιητή είναι «άφοβος», «κινητικός» και το απολύτως αρμόζον σε μοναχό επίθετο «δίκαιος» που συνθέτουν την εικόνα μιας περηφάνιας. Και ο ποιητής έχει κάθε δικαίωμα να την διεκδικεί. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία που συγκρατεί ο αναγνώστης από το «Άξιον εστί» είναι η αντιπαράθεση του ποιητή με τους βολεμένους πολίτες στην αναφορά του στους νέους Αλεξανδρείς (παραπομπή στον Καβάφη):

«Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:
ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!

(…) Ο χωρίς φίλον κανένα
μήτε οπαδό

που εμπιστεύεται μόνον το σώμα του
και το μέγα μυστήριο στ’ αγκαθόφυλλα μέσα του ήλιου αναζητεί

αυτός είναι
ο απόβλητος από τις αγορές του αιώνος!»

Οι στίχοι αυτοί μας θυμίζουν τον Μαντελστάμ: «Για το ένδοξο κλέος των αιώνων που έρχονται Για την υψηλόφρονη φυλή των ανθρώπων Την κούπα αποστερήθηκα στο τραπέζι των πατέρων μου Κι όλη μου τη χαρά και την τιμή μου.» αλλά ο Ελύτης μας δίνει να καταλάβουμε με σαφήνεια για ποιές αγορές πρόκειται. Πρόκειται για το Triumph des Willens της Leni Riefenstahl που διέπραξε ιεροσυλία εις βάρος της Ολυμπίας και γοήτευσε έτσι πλήθος ανθρώπων. Ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, η ποιητική σύνθεση του Ελύτη διέρχεται μέσα από τα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Εν τω μεταξύ, η ερμηνεία που δίνει ο Ελύτης στην «μεγάλη πολιτική», ως ενός συστήματος ανάξιου, δολοφονικού, διευρύνεται και αφορά ουσιαστικά όλο τον πλανήτη, έξω πια από τα όρια του ελληνικού κόσμου, ενός κόσμου, ο οποίος εν τέλει χωράει μέσα σε έναν άνθρωπο, εφόσον ο άνθρωπος αυτός είναι ικανός με το νου και με τη γραφή του να τον χτίσει από την αρχή.

«Γκόρκι», 29 Οκτωβρίου 2019

 

Чернеют орудья и мерзнут ноги

Ημερήσια εφημερίδα “Nezavisimaya Gazeta” (Εβδομαδιαίο ένθετο για το βιβλίο “Ex Libris”) 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ». Ποιητική σύνθεση. Μετάφραση από τα ελληνικά, εισαγωγή και σχόλια I. Harlamoff. Εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή της σειράς Δ. Γιαλαμάς.

Μόσχα, OGI, 2019. Σελ. 168. ISBN 978-5-94282-861-5

Για την ποιητική σύνθεση του βραβευμένου με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996), στο εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή της σειράς, ο Δ. Γιαλαμάς γράφει: «Το “Άξιον εστί”, όπως άλλωστε και ολόκληρο το έργο του Οδυσσέα Ελύτη, μπορεί να έχει βαθιές ρίζες στην μακραίωνη ελληνική ποιητική παράδοση (από τους αρχαίου Έλληνες λυρικούς και τη βυζαντινή λειτουργική ποίηση, μέχρι το παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι), αποτελεί ωστόσο αναμφισβήτητα αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, τον οποίον ο Ελύτης κατείχε βαθιά. Τα πρώτα του έργα διαπνέονται από στοιχεία υπερρεαλισμού, πράγμα που παραμένει έντονο και στο “Άξιον εστί”. Ο Ελύτης είναι ένας βαθιά Έλληνας ποιητής, αλλά ταυτόχρονα είναι και σημαντικό μέρος του κορμού της σύγχρονης ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας ποίησης…» Η ποιητική αυτή σύνθεση, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες, τώρα κυκλοφορεί και στα ρωσικά.

29 Ιανουαρίου 2020


Πολιτιστικός ιστότοπος «fantlab.ru»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»

Δεν γνώριζα ούτε τον ποιητή, ούτε το συγκεκριμένο έργο του, μέχρι που όλως τυχαία, ο εκδότης του βιβλίου το χάρισε στον σύζυγό μου. Ειλικρινά, αν μιλήσουμε με το χέρι στην καρδιά, πόσοι από εσάς γνωρίζουν άλλους Έλληνες ποιητές, εκτός του Καβάφη; Ο Ελύτης όμως, δεν είναι ένας τυχαίος ποιητής, είναι βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και μάλιστα, εδώ και αρκετά χρόνια, και το «Άξιον εστί» είναι για τον ποιητή το opus magnum του. Αυτό, λοιπόν, μεταφράστηκε και εκδόθηκε πρόσφατα στα ρωσικά. Είμαι από τους αναγνώστες, που αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τη σύγχρονη ποίηση, πόσο μάλιστα, που ξεφυλλίζοντας το βιβλίο διαπίστωσα, ότι δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο ρυθμό και ότι το νόημα όταν διαβάσεις κάποιο τυχαίο απόσπασμα είναι ασαφές, καλυμμένο πίσω από κάποιο βαθύ μήνυμα, πάρα πολύ βαθύ για να ασχοληθεί με ρυθμούς και άλλα παρόμοια και συνήθως τέτοιου είδους ποίηση δεν είναι του γούστου μου. Στην περίπτωση του Ελύτη όμως, έπεσα πολύ έξω. Υπάρχει αυτό το εντυπωσιακό είδος καλής ποίησης, που την αισθάνεσαι σαν ρίγος στην άκρη των δαχτύλων και αυτό είναι κάτι που δεν εξηγείται με τίποτα. Μπορώ να σας πω μόνο σε γενικές γραμμές το θέμα της ποιητικής αυτής σύνθεσης: είναι για το πώς ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο και πως γνωρίζεται μαζί του (πρώτο μέρος), για τις δυσκολίες που βιώνει, και μάλιστα αυτές περιγράφονται πολύ συγκεκριμένα, στην περίπτωση του Ελύτη είναι ο πόλεμος και οι επώδυνες συνέπειές του (δεύτερο μέρος) και, τέλος, για την εξοικείωση με τον κόσμο και την κατάκτηση κάποιων πραγμάτων πέρα από αυτόν (τρίτο μέρος). Δεν πρόκειται όμως για την περίπτωση που μπορείς να σταματήσεις σε οποιοδήποτε στίχο και να πεις, στο σημείο αυτό ο ποιητής ήθελε να πει αυτό ή το άλλο με μία απλή σκέψη. Η γενική εντύπωση είναι ωστόσο απολύτως σαφής και δυνατή. Όπως στην κλασσική μουσική που σου άρεσε, αλλά είναι αδύνατον να την περιγράψεις και να πεις σε τι ακριβώς αναφέρεται, αλλά είναι απλούστατο να πεις ότι σου άρεσε και σου προκαλεί θετικά συναισθήματα ή ότι σου φαίνεται πληκτική. Στο έργο εναλλάσσονται στίχοι και πεζά κομμάτια. Οι στίχοι, δεν θα τους λέγαμε χωρίς μέτρο, έχουν μέτρο, αλλά κρυφό. Το γενικό ύφος του έργου είναι πανηγυρικό, χωρίς όμως πάθος, με μία αίσθηση προσωπικής γιορτής, που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και τη ζωή του. Αυτό επίσης είναι κάτι δύσκολο να το περιγράψεις επιτυχώς. Στον Ελύτη, επί της ουσίας, βρίσκω πολλά κοινά με τα «Φύλλα χολόης» του Ουώλτ Ουίτμαν, όχι τόσο σε επίπεδο υφολογικό, όσο στο σύνολο της αίσθησης που αφήνει η ανάγνωση: πως πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό, που είναι αδύνατον να το περιγράψεις με λόγια. Η μετάφραση είναι εξαιρετική, αν και δεν μπορώ να κάνω τη σύγκριση με το αυθεντικό σε μία γλώσσα που δεν γνωρίζω. Από το κείμενα αναδύεται μία αίσθηση που χτυπάει σαν καμπανάκι, μια αίσθηση προσεκτικά και σωστά επιλεγμένων λέξεων και ενός σωστού ρυθμού. Η ομορφιά την οποία ο ποιητής πετυχαίνει με την έμπνευση, ο μεταφραστής την προσεγγίζει με πολύωρη και εξαντλητική εργασία, αλλά και έμπνευση ε πίσης. Δεν θα τολμήσω να συστήσω το βιβλίο αυτό σε όλους όσοι αγαπούν τον Ουίτμαν, τον Καβάφη ή γενικά τη σύγχρονη ποίηση, χαίρομαι όμως που ανακάλυψα αυτό το πολύ σπουδαίο βιβλίο και ελπίζω ότι ο ίδιος άνθρωπος (ο Ippolit Harlamoff) θα συνεχίσει να μεταφράζει.

«fantlab.ru», 20 Δεκεμβρίου 2019


Από την τηλεοπτική εκπομπή του καναλιού “ORT” για το βιβλίο «Ο Nikolay Alexandrov συστήνει: “Η μυστική ζωή του Χεμινγουέι”. Το “Άξιον εστί”. “Το θερμοκήπιο του East River”»

14 Δεκεμβρίου 2019

Ένα ακόμα έργο ενός απολύτως άγνωστου στη Ρωσία λογοτέχνη, που βγαίνει για πρώτη φορά στα ρωσικά, είναι ο Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης και η ποιητική σύνθεση «΄Αξιον εστί». Ο Ελύτης είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα. Έζησε πολλά χρόνια στο Παρίσι, έκανε παρέα με τον Πικάσσο, με τους Γάλλους υπερρεαλιστές και ήταν μία σημαντική φιγούρα στον κόσμο των γραμμάτων στο Παρίσι στα χρόνια που έζησε εκεί. Η ποιητική σύνθεση «Άξιον εστί» είναι ένα πολύ δημοφιλές ανάγνωσμα στην Ελλάδα, που κυκλοφόρησε το 1060, λίγα μόλις χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, και είναι ένα έργο για την ειρήνη και τον πόλεμο, για τη δημιουργία και για την καταστροφή του κόσμου. Είναι γραμμένο με δύσκολο τρόπο, βασισμένο στις μακραίωνες παραδόσεις της ελληνικής ποίησης. Ουσιαστικά πρόκειται για τη δημιουργία, κυριολεκτικά ενώπιο του αναγνώστη ενός κόσμου, που είναι εύθραυστος και έχει μέσα του σπέρματα καταστροφικότητας. Η ανάγνωση του έργου αυτού δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά η κυκλοφορία του βιβλίου στα ρωσικά, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ένα μείζον λογοτεχνικό γεγονός. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις εκδόσεις «OGI».

“ORT”, 14 Δεκεμβρίου 2019


Video-blog “GASINDM” του Dmitry Gaisin

Οδυσσέας Ελύτης και το έργο του «Άξιον εστί» είναι το βιβλίο για το οποίο θα σας μιλήσω σήμερα διεξοδικά. Ποιός είναι ο Οδυσσέας Ελύτης. Κατ’ αρχήν είναι ένας ποιητής βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στα ρωσικά δεν έχουν μεταφραστεί και τόσα πολλά έργα συγγραφέων βραβευμένων με το Βραβείο Νόμπελ. Πολλά μας είναι ακόμα άγνωστα και για τον λόγο αυτό περιορίζεται η δυνατότητά μας να κατανοήσουμε σε βάθος τη σημασία του Βραβείου αυτού. Ο Ελύτης σε όλη τη μακρά ζωή του στάθηκε ένθερμα στο πλευρό της ποίησης. Το βασικό του έργο (opus magnum) στα ρωσικά δεν είχε μέχρι τώρα μεταφραστεί, οπότε δεν μπορούσαμε να έχουμε και μία σαφή εικόνα γύρω από το λόγο για τον οποίο έλαβε το Βραβείο Νόμπελ. Αυτό κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα τη γνωριμία μας τώρα με το βιβλίο αυτό. Το έργο γράφτηκε το 1959. Η γραφή του διήρκεσε πολύ, αποθηκεύτηκαν πολλές εντυπώσεις, ποιήματα παλαιότερων ετών χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό το πολυφωνικό έργο, μπορούμε να πούμε όμως, ότι ο Ελύτης το έγραψε την κατάλληλη στιγμή, αξιοποιώντας την ιστορική εμπειρία: μόλις δέκα χρόνια από τη λήξη του αιματηρού Εμφυλίου Πολέμου, που κόστισε τη ζωή στην Ελλάδα, μπορεί και σε περισσότερους ανθρώπους από ό,τι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, πιο πολλούς δηλαδή από ό,τι το Αλβανικό Μέτωπο και η Κατοχή σε ένα από τα πιο δύσκολα τμήματά της (η Κατοχή στην Ελλάδα περιλάμβανε τρία τμήματα, ένα ιταλικό, ένα γερμανικό και ένα βουλγαρικό), το γερμανικό τμήμα, λοιπόν, ήταν το πιο τερατώδες. Ο Εμφύλιος όμως, ήταν ακόμα χειρότερος, ένας εμφύλιος πάντα είναι χειρότερος από μία αλλοεθνή κατάκτηση, διότι είναι ένας αδελφοκτόνος πόλεμος.

Κατά την περίοδο της συγγραφής του «Άξιον εστί» ακόμα δεν είχαν αμνηστευθεί οι συμμετέχοντες στον Εμφύλιο, όπως αναφέρεται, στην αρχή κιόλας του εισαγωγικού σημειώματος του επιμελητή της σειράς «Ελληνική Βιβλιοθήκη» που μας συνδέει με το ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον της ποιητικής σύνθεσης. Δεν είχε ακόμα κατακαθίσει η καταιγίδα και η Ελλάδα μόλις είχε ξεκινήσει να ψάχνει τη θέση της στη σύγχρονη Ευρώπη. Είναι, θα λέγαμε με απλοϊκό τρόπο, ένα ανάγνωσμα που πονάει πολύ, είναι ένα πλήγμα σε μία ανοιχτή ακόμα πληγή. Γιατί ο Ελύτης έκανε μια τέτοια επιλογή; Η απάντηση βρίσκεται στον εκτενή επίλογο του μεταφραστή, αλλά και στην εισαγωγή του Επιμελητή. Ο Ελύτης επέλεξε αυτό το θέμα, αυτή την στάση του ποιητικού του υλικού, διότι ήταν γι’ αυτόν σημαντικό να απαντήσει σε μερικά πολύ σημαντικά για την Ελλάδα εθνικά ερωτήματα. Αυτή η υπέρ του εθνικού διάσταση του λόγου, υπήρξε και ο λόγος που βραβεύτηκε με ένα τόσο σημαντικό βραβείο, όπως το Βραβείο Νόμπελ. Διότι κατόρθωσε και έγινε η φωνή όλων των Ελλήνων, των δεξιών και αντιδεξιών, των αριστερών και των συντηρητικών, για τους Έλληνες που γιορτάζουν της Απελευθέρωση από τον Τουρκικό Ζυγό και για τους Έλληνες που θα μπορούσαν να γιορτάζουν λ.χ. τη νίκη στους Περσικούς Πολέμους… Είναι ένας δι-εθνικός, υπερ-εθνικός λόγος. Μιλάει, αφηγούμενος την ιστορίας ενός μόνο ανθρώπου, ενός Ανθυπολοχαγού, αλλά κάνει ταυτόχρονα λόγο για πάρα πολλούς. Έχει συγκεκριμένες πηγές. Ανάμεσά τους και τα «Απομνημονεύματα» ενός Έλληνα Στρατηγού [του Μακρυγιάννη], γραμμένα σε μια απλή και «χοντροκομμένη» ελληνική γλώσσα, ο οποίος ήταν αγράμματος, όπως μας πληροφορεί ο μεταφραστής, που αγαπήθηκαν όμως τόσο από όσους τα διάβασαν, που έγιναν Ευαγγέλιο για μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων συγγραφέων, διότι ήταν η αλήθεια. Η αλήθεια αυτή, που δεν έχουν τη χαρά να διαθέτουν όλες οι λογοτεχνίες. Η δομή του έργου είναι πολύπλοκη. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το ταίριασμα αταίριαστων πραγμάτων. Κατ’ αρχήν έχουμε τη βυζαντινή παράδοση. Μια αμιγώς ελληνική χριστιανική παράδοση. Τι σημαίνει «Άξιον εστί»; Είναι οι δύο πρώτες λέξεις από έναν ύμνο στη Θεοτόκο, που σύμφωνα με την παράδοση υπέδειξε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος εμφανίστηκε στο κελί του Αγίου Ανδρέα τον 10ο αιώνα. Φεύγοντας, και για να μην το ξεχάσουν οι μοναχοί, χάραξε με το δάχτυλο σε μία πέτρα τα λόγια αυτά. Το κείμενο αυτό διασώθηκε αυτούσιο μέχρι τις ημέρες μας και σύμφωνα με τους θρύλους αποτελεί μία παράδοση που μας παραδόθηκε από τις ανώτερες δυνάμεις. Ο ύμνος αυτός είναι ένας σύνδεσμος εποχών, πολιτισμικών παραδόσεων, διαφορετικών αισθητικών επιπέδων και παραμένει ανοιχτή την απάντηση με το ρήμα εκκρεμές: άξιον εστί.

Τι ακριβώς όμως εστί άξιον στο δικό μας κόσμο; Αυτό το ερώτημα θέτει και ο ποιητής, και η ποιητική αυτή σύνθεση αποτελεί στο σύνολό της την απάντηση. Το έργο αποτελείται από τρία μέρη. Είναι ένας βιβλικός διαχωρισμός με ιδιαίτερη σημασία. Το πρώτο μέρος στη μετάφραση ονομάζεται «Γένεσις». Και γιατί λέω στη μετάφραση. Διότι είναι ένα ακόμα παράδειγμα των κολοσσιαίων διλημμάτων, τα οποία αντιμετώπισε ο μεταφραστής. Για τις μεταφράσεις της Βίβλου στα ρωσικά υπάρχει μία ολόκληρη συνοδική παράδοση στην εκκλησιαστική σλαβική γλώσσα (έχει μεταφράσει με ακρίβεια τα κείμενα της Βίβλου και των Αγίων Πατέρων), η χρήση της οποίας όμως είναι δύσκολη στη σύγχρονη ποιητική γλώσσα. Διαθέτει άλλη συμπεριφορά των συλλαβών, που δεν μπορούν εύκολα να μπουν σε ένα σύγχρονο στίχο. Ο μεταφραστής, για να αποφύγει τον απολύτως ελεύθερο και πεζό στίχο, κατέφυγε σε μέθοδο συλλαβοτονική. Ένα από τα πρώτα πράγματα που προσέχει κανείς σε αυτό το βιβλίο είναι η δομή των στίχων, που υπογραμμίζεται και με ένθετα διακοσμητικά στη μέση της συμμετρίας μερικών τμημάτων του έργου. Είναι και αυτό μια παλιά παράδοση, η οποία στο «Άξιον εστί» έχει χρησιμοποιηθεί με δεξιοτεχνικό τρόπο και σχεδόν μαθηματική ακρίβεια, πράγμα που έχει προκαλέσει διθυραμβικές κριτικές στη διεθνή βιβλιογραφία. Δεν μπορώ να το κρίνω,  διότι δεν γνωρίζω όλη αυτή την αυστηρά εκκλησιαστική παράδοση με τα τροπάρια, τα κοντάκια που κατέχουν μόνο αυτοί που έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα. Τρία μέρη λοιπόν. Το πρώτο, η «Γένεσις». Παραπέμπει στη βιβλική παράδοση, το δεύτερο τα «Πάθη», αποτελεί και την κατεξοχήν ιστορία που καλείται να μας εξιστορήσει η ποιητική σύνθεση. Αποτελείται από έξι κείμενα, γραμμένα σε πεζό λόγο, όχι πεζά ποιήματα, αλλά κανονικά πεζός λόγος, εμβόλιμος στο κυρίως σώμα του έργου. Αφορούν γεγονότα γύρω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολύ σημαντικά για του Έλληνες που έζησαν στα χρόνια του Πολέμου, λ.χ. η γνωστή διαδήλωση κατά την Κατοχή, το 1942, στην Αθήνα, που μετετράπη σε οδομαχία, όταν η ελληνική νεολαία βγήκε να γιορτάσει την επέτειο του ΟΧΙ. Μετά έχουμε τη μεγάλη πείνα της Αθήνας, όπου ταυτόχρονα η θηριωδία των κατακτητών (τουλάχιστον στο γερμανικό τομέα) είχε φθάσει στο αποκορύφωμά της. Διαβάζουμε στις σημειώσεις του μεταφραστή Ippolit Harlamov ότο μόνο στην Αθήνα πέθαναν από την πείνα 40.000 άνθρωποι. Ανατρίχιασα, όχι μόνο γιατί ο απόλυτος αριθμός είναι τεράστιος, αλλά, σκεφτείτε, τι πόλη ήταν η Αθήνα. Μικρή πόλη. Μικρή χώρα. Και μόνο από την πείνα 40.000 άνθρωποι. Χώρια οι πολεμικές συγκρούσεις. Φαντάζεστε για τί μιλάμε; Πολύ δύσκολες σελίδες της ιστορίας. Σε αυτές είναι αφιερωμένο το έργο. Και εντός του υπάρχει ένα πολύπλοκο και πανέμορφο, κατά τη γνώμη μου και τη γνώμη του μεταφραστή, σύστημα ακριβούς περιγραφής αυτών των γεγονότων. Με τις ακριβείς ώρες. Στις 12 το μεσημέρι επέρχεται η αποκορύφωση: η ποινή, η εκτέλεση. Πανομοιότυπα με τα Πάθη του Χριστού. Υπάρχει και το μαρτύριο, που δημιουργούν έναν πλήρη παραλληλισμό με τα Θεία Πάθη. Το τρίτο μέρος ονομάζεται «Δοξαστικό» (“Slava”), μία λέξη επίσης από το εκκλησιαστικό-σλαβικό λεξιλόγιο, που αποδίδει την υφολογική λεπτότητα του όρου. Ο Ελύτης συνδυάζει όλο αυτό το νεοελληνικό, το ορθόδοξο, το παραδοσιακό, τις παραπομπές στη βιβλική παράμετρο, τη συνειρμική σχέση με το αρχαίο ελληνικό στοιχείο, το απολύτως ειδωλολατρικό. Για παράδειγμα, οι αρχαίοι θεοί κάπου στο κείμενο κατονομάζονται συγγενείς. Και όντως έτσι είναι, αφού είναι συγγενείς των σύγχρονων Ελλήνων, διότι οι περισσότεροι βασιλείς και ήρωες της Αρχαίας Ελλάδος είλκυαν την καταγωγή τους από τους θεούς και θα έμοιαζε ανόητος, όποιος έθετε υπό αμφιβολία μία παρόμοια συγγενική σχέση. Οι πηγές βρίθουν πληροφοριών για τα οικογενειακά δένδρα των βασιλέων και των ηρώων. Συνεπώς και οι σύγχρονοι Έλληνες προσλαμβάνουν εκείνους, τους αρχαίους θεούς σαν κάποιους μακρινούς συγγενείς, που μπορεί να ζουν κάπου μακριά και που για μας δεν είναι τόσο σημαντικοί σήμερα, αλλά είναι δικοί μας, αίμα μας. Ο Ελύτης, σύμφωνα με το σχολιασμό του μεταφραστή και σύμφωνα με τη δική μου αίσθηση, ως αναγνώστη, κατορθώνει κάτι ακατόρθωτο: συνδυάζει το χριστιανικό και το ειδωλολατρικό στοιχείο. Πραγματοποιείται μία ευρύτερη συμφιλίωση ιδεών και τρόπων ζωής, καθημερινών, μεταφυσικών, με στοιχεία από λειτουργικά τροπάρια, από τον Ρωμανό τον Μελωδό (του 6ου αιώνα μ.Χ.) και την ισχυρή ειδωλολατρική αίσθηση της πατρίδας, μες την αποθέωση των βουνών, της θάλασσας, των ελληνικών νησιών, του ελληνικού πολιτισμού ως μιας διαχρονικής οικουμένης, με πανταχού παρόντες τους, από καιρό νεκρούς, αρχαίους θεούς σε σχέση κοντινής συγγένειας… Αυτό το κράμα, θα πρέπει το αισθανθείτε, παρακάμπτοντας τις δυσκολίες κατανόησης του κειμένου. Πολλά είναι κατανοητά από την πρώτη κιόλας ανάγνωση. Σε κάποιο σημείο του τρίτου μέρους, του «Δοξαστικού», κάθε στροφή ξεκινά με το ρήμα «χαίρε». Αυτό, ασφαλώς, μας είναι γνωστό από τη λειτουργική γραμματεία, ως έκκληση στη Θεοτόκο, αλλά δεν παύει να είναι και ένας χαιρετισμός, ένας αρχαίος ελληνικός χαιρετισμός. Αυτό καταδεικνύει και την ψυχοσύνθεση του λαού, που εύχεται στον συνομιλητή, όχι πλούτο ή έστω υγεία, αλλά χαρά. Χαρά από τον κόσμο που τον περιβάλει, χαρά για την κάθε ώρα ζωής, έστω και αν αυτή είναι η τελευταία, όπως θα μπορούσε να είναι για τον ήρωα του έργου, αυτό τον ήρωα τον καθαρά χριστολογικής μορφής, που πρωτοεμφανίστηκε σε ένα άλλο σημαντικό ποίημα του Ελύτη [σημ. «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»]. Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ανάγνωσμα. Είναι λίγα τα ποιητικά δείγματος ενός παρόμοιου έργου, με πολύπλοκη δομή, με λεπτή οργάνωση του κειμένου, με τόσες αναφορές, που θα μπορούσαν να είναι προσιτά στο Ρώσο αναγνώστη. Γιατί όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση το νοιώθουμε και μας αφορά τόσο; Η απάντηση είναι απλή: διότι έχουμε γενετική συγγένεια. Μέσω του Βυζαντίου, δεχθήκαμε τον ορθόδοξο πολιτισμό, μια υφολογική κληρονομιά, που μας επιτρέπει σήμερα να νοιώθουμε όσο κανένας άλλος τη νεοελληνική λογοτεχνία και να τη χρησιμοποιούμε ως (συγχωρήστε μου την έκφραση) πολιτισμικό εργαλείο. Διότι μας είναι κοντινή. Μας είναι οικεία. Εγώ δε, ως άνθρωπος που αρέσκεται πολύ να διαβάζει οτιδήποτε έχει σχέση με την Αρχαία Ελλάδα, τον κλασσικό πολιτισμό, για τον αττικό στρατιώτη που αγαπούσε τον εχθρό του, που γνωρίζω την Ελλάδα μέσω του πρίσματος του Gasparov, του  Madelshtam, του Kun δεν έχω την εικόνα της πραγματικής Αρχαίας Ελλάδας, αυτής που γνωρίζουν καλά οι ειδικοί επιστήμονες, ιστορικοί ή αρχαιολόγοι. Είναι η Ελλάδα του πολιτισμού μας και της λογοτεχνίας μας και εκεί μας καλεί το έργο του Ελύτη. Και ασφαλώς, η αξιομνημόνευτη ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα. Τραγική. Διόλου λιγότερο τραγική από τη δική μας. Μία ιστορία, που ακόμα δεν έχουν κλείσει οι πληγές της. Όπως λ.χ. και η Ισπανία, με το δικό της Εμφύλιο Πόλεμο, μια δεκαετία πριν τον ελληνικό, και πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όλες οι χώρες έχουν τις ανοιχτές τους πληγές. Και μόνο ένα έργο παρόμοιου διαμετρήματος, όπως το «Άξιον εστί», έχει τη δύναμη, αν όχι να γιατρέψει αυτές τις πληγές, τουλάχιστον να μας μεταδώσει μια ελπίδα ότι κάποτε θα γιατρευτούν. Διαβάζοντας το έργο αυτό, αισθάνεσαι βαθιά το μεγαλείο αυτού του λαού, που χάρη της Ελευθερίας, θυσίασε τόσα πολλά. Έχω διαβάσει, ότι τα θύματα του Εμφυλίου στην Ελλάδα, ξεπερνούν τα θύματα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου. Μιλάμε, λοιπόν, για μια καταστροφή για μια τόσο μικρή χώρα. Το έργο αυτό του Ελύτη, απευθύνθηκε στην καρδιά του κάθε Έλληνα και του είπε κάτι τόσο σημαντικό, τόσο οικείο, ώστε για πολύ καιρό, επέζησε και επιζεί ως εθνικό σύμβολο, ως σημαία, ως κεντρικό έργο της ελληνικής πνευματικότητας για ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Τώρα, μπορούμε να το διαβάσουμε και εμείς στα ρωσικά. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στις Εκδόσεις “OGI” και τη σειρά «Ελληνική Βιβλιοθήκη». Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον μεταφραστή. Ο Harlamoff κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Το έργο διακρίνεται από τόσο λεπτό υφολογικό παιχνίδι, που για να ξεκινήσεις τη μετάφρασή του χρειάζεται όχι μόνο θάρρος, αλλά και θράσος. Το «Άξιον εστί» είναι ένα τόσο σημαντικό έργο, που μαζί με τον Auden, τον Eliot  και τον Καβάφη οφείλει να περιλαμβάνεται στη βιβλιοθήκη οποιουδήποτε αγαπά τη σύγχρονη ποίηση. Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Video-blog “GASINDM”, 24 Ιανουαρίου 2020


Λογοτεχνική ιστοσελίδα PROSODIA.RU – της γράφει η Ξένια Κλίμοβα (*)

…..Το βιβλίο αυτό … είναι τόσο σημαντικό όχι μόνο διότι αποτελεί την πρώτη μετάφραση στα ρωσικά του βασικότερου έργου του βραβευμένου με το βραβείο Νόμπελ 1970 ποιητή, αλλά και διότι για το Ρώσο αναγνώστη, επιτέλους, κατέστη προσιτή η εμβληματική ποιητική σύνθεση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού του 20ου αιώνα, μια «εγκυκλοπαίδεια της ελληνικής ζωής», που αποτελείται από πολλά επίπεδα: από την ελληνική αρχαιότητα μέχρι τις νεοελληνικές λαϊκές παραδόσεις, από τη λειτουργική ποίηση μέχρι τον υπερρεαλισμό, από την μεγάλη υμνογραφία μέχρι το ύφος χρονικού, από την περιγραφή ηρωικών κατορθωμάτων στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία μέχρι τις απόκρυφες προφητείες.

….. Η ποιητική σύνθεση «Άξιον εστί» δημοσιεύθηκε το 1959 και σε μεγάλο βαθμό διαδραμάτισε τον αποφασιστικό ρόλο στη βράβευση του ποιητή με το Βραβείο Νόμπελ το 1979 στον τομέα της λογοτεχνίας «για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα» κάνοντας τον Ο. Ελύτη τον δεύτερο (πρώτος υπήρξε ο Γ. Σεφέρης το 1963) και τελευταίο μέχρι στιγμής Έλληνα, που βραβεύτηκε με το ύψιστο Βραβείο Λογοτεχνίας.

Το έργο έχει τη δομή της ορθόδοξης Λειτουργίας, η οποία είναι σαν να τελείται  στο βωμό του μεγαλείου και της μνήμης του ελληνικού λαού για ένα ταλαιπωρημένο από τον τελευταίο πόλεμο ποίμνιο. Η ποιητική σύνθεση αποτελείται από τρία μέρη: τη «Γέννεση», τα «Πάθη» και το «Δοξαστικόν». Τα πεζά αποσπάσματα, τα «αναγνώσματα», αλληλοδιαδέχονται με τους ποιητικούς «ψαλμούς». Όλα μαζί συνιστούν ένα αδιάσπαστο όλον, που οδηγεί την ανθρωπότητα στον κόσμο, σε «αυτό τον κόσμο το μικρό, το μέγα».

Το 1964 ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε το γνωστό ορατόριο «Άξιον εστί», μελοποιώντας μέρος από την ποιητική σύνθεση του Ελύτη. Μερικά αποσπάσματα του ορατορίου αγαπήθηκαν τόσο από το κοινό, που άρχισαν να τραγουδιούνται σαν ανεξάρτητα τραγούδια, γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και τώρα είναι πια αδύνατον να φανταστεί κανείς κάποιον Έλληνα, που δεν θα μπορούσε να απαγγείλει από μνήμης αποσπάσματα από το έργο αυτό του Ελύτη.

Η ποιητική σύνθεση «΄Αξιον εστί» είναι ένα από τα πλέον μεταφρασμένα σε ξένες γλώσσες έργα του Ελύτη (έχει μεταφραστεί σε πάνω από 30 γλώσσες), ωστόσο, μέχρι πρόσφατα ρωσική μετάφραση δεν υπήρχε, παρότι το 2008 οι Εκδόσεις OGI εξέδωσαν έναν τόμο με επιλογή από ποιήματα του Οδ. Ελύτη (ένας μικρός τόμος με ποιήματα από διάφορες περιόδους της δημιουργίας του ποιητή, υπό τον γενικό τίτλο «Η συναυλία των γυακίνθων», σε μετάφραση της Ιρίνας Κοβαλιόβα). Και μόνο το 2019 κυκλοφόρησε η μετάφραση της ποιητικής αυτής σύνθεσης, από τον Ιππόλυτο Χαρλάμωφ, ο οποίος εργάστηκε, όπως ο ίδιος ομολογεί, περίπου τόσο, όσο και ο ίδιος ο Ελύτης για την δημιουργία του έργου, περίπου δέκα χρόνια. Ως μεγαλύτερο επίτευγμα του Ι. Χαρλάμωφ θα πρέπει να του αναγνωριστεί ο «αυθεντικός ήχος» στη ρωσική ανάγνωση, χάρη στον οποίο μπορεί κανείς να νοιώσει και να εκτιμήσει τον αυθεντικό ρυθμό, την ελευθερία, το βάθος και την υψηλή ποιότητα της ποίησης του Ελύτη. Ο Ι. Χαρλάμωφ, όντας και ο ίδιος ποιητής, κατόρθωσε να μεταφέρει το ελληνικό κείμενο στη ρωσική γλώσσα με τέτοιο τρόπο, που δεν γεννάται ούτε καν η υποψία ότι το αποτέλεσμα δεν είναι ένα αυθεντικό λογοτεχνικό έργο. Αυτό είναι ανεκτίμητο! Σε μερικά μέρη του έργου, κατά τη γνώμη μου, η μετάφραση αγγίζει τα όρια του μεγαλοφυούς. Διατηρούνται στο ακέραιο το μέτρο, ο ρυθμός, οι ρίμες, οι συμβολισμοί, οι εικόνες, η διάφανη ελαφράδα και ταυτόχρονα το εσωτερικό βάθος του ελληνικού πρωτοτύπου:

Ένα το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή

Για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή

Θέλει νεκροί χιλιάδες * να ναι στους Tροχούς

Θέλει κι οι ζωντανοί * να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έχτισες μέσα στα βουνά

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα! (Σελ. 45)

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το τελευταίο μέρος του έργου, που έχει δομηθεί παράλληλα με τον Ακάθιστο Ύμνο της Θεοτόκου («Χαίρε»), αλλά και ολόκληρο το «Δοξαστικό». Ο μεταφραστής με δεξιοτεχνικό τρόπο διατηρεί τις χριστιανικές αναφορές στο λεξικολογικό πεδίο, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα ευανάγνωστο κείμενο στα ρωσικά, το οποίο μάλιστα ταυτίζεται απολύτως με την ποιητική ρυθμολογία του Ελύτη:

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει

από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει

ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου:

ΝΥΝ το αγρίμι της Μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη

ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη

Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική

Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο

Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία

Αιέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία

 

Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα ανίατο

Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξίασελάγισμα

Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός

Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός (Σελ. 104-105).

Ο ίδιος ο τίτλος του έργου παραπέμπει στην ύψιστη σημασία της χριστιανικής «οπτικής» στην πρόσληψή του, ωστόσο, ελάχιστες φορές ο μεταφραστής συνειδητά (πράγμα που πιστοποιείται από τον αναλυτικό του σχολιασμό) περιφρονεί την αντίστοιχη εκκλησιαστική-σλαβική παράδοση, παρότι αυτή είναι σε θέση να του προτείνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία: λεξικολογικά, συντακτικές δομές ή ακόμα και έτοιμες ολόκληρες παραπομπές. Για παράδειγμα, «Της Δικαιοσύνης ήλιε», κατά την άποψή μου θα έπρεπε να αποδοθεί με παραπομπή στην αντίστοιχη υπάρχουσα φράση από τη λειτουργική παράδοση από το Τροπάριο των Χριστουγέννων (στην υμνογραφία έτσι ονομάζεται ο Χριστός) και όχι απλώς να μεταφραστεί κυριολεκτικά στα σύγχρονα ρωσικά.

Παρόλα αυτά, μεμονωμένες παρατηρήσεις σχετικά με λεπτομέρειες της μετάφρασης, ουδόλως μειώνουν την αξία του τιτάνιου έργου, που έχει επιτελέσει ο Ι. Χαρλάμωφ, πλουτίζοντας με τον τρόπο αυτό την μεταφρασμένη στα ρωσικά λογοτεχνία με ένα έργο παγκόσμιας σημασίας.

Το «Άξιον εστί» είναι ένα σημαντικότατο έργο του νεοελληνικού πολιτισμού, το οποίο συγκεντρώνει όχι μόνο όλη την πλουσιότατη προηγηθείσα ιστορική εμπειρία (αρχαϊκή περίοδος, κλασσική αρχαιότητα, Βυζάντιο, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος), όχι μόνο το πολύπλοκο παρόν (μεταπολεμική Ελλάδα, απόπειρες αναζήτησης ταυτότητας στο χρόνο και το χώρο), αλλά και το μέλλον ολόκληρου του ελληνικού κόσμου, για το οποίο προφητεύει ο ποιητής.

(*) H Ξένια Κλίμοβα είναι φιλόλογος, νεοελληνίστρια, εθνογλωσσολόγος, μεταφράστρια. Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσωφ της Μόσχας.

 

 


 

Video