«… Ο ΝΕΑΡΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΟΝΟΜΑ ΠΑΠΑΜΑΡΚΟΣ …» βιβλιοκριτική από τη Ρωσία για τη συλλογή διηγημάτων του «Γκιάκ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Από το Σεπτέμβριο του 2019 έχουν κυκλοφορήσει στη Ρωσία οκτώ βιβλία σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, σε νέες μεταφράσεις, με στόχο να γνωρίσει ο ρωσόφωνος αναγνώστης το βάθος και την ομορφιά ποιητών και πεζογράφων της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα αλλά και των σημερινών συγγραφέων. Από τα βιβλία αυτά, όπως μας πληροφορεί ο εκδοτικός οίκος «O.G.I.» της Μόσχας, η συλλογή διηγημάτων «Γκιάκ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, όχι μόνο απέσπασε τις καλύτερες κριτικές και των πιο απαιτητικών ακόμα βιβλιοκριτικών, αλλά, κυρίως, αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό όσο λίγα σύγχρονα βιβλία ξένης λογοτεχνίας.

Από τις κριτικές που έγιναν παρουσιάζουμε τις ακόλουθες:

Στη βιβλιοκριτική του Felix Kulba που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Γκόρκι», αναφέρεται: «Μία από τις αποκαλύψεις της χρονιάς που πέρασε, ήταν η σειρά «Ελληνική Βιβλιοθήκη» των Εκδόσεων «O.G.I.». Υπήρξε πεζογραφία στην Ελλάδα μετά το Νίκο Καζαντζάκη; Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και η συλλογή διηγημάτων του «Γκιάκ» απαντούν σε αυτό ακριβώς το ερώτημα. Δεν υπάρχει μόνο η ελληνική πολιτική και η σύγχρονη ιστορία, για το θάνατο των οποίων έσπευσαν να μας πληροφορήσουν τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ. Υπάρχει και η μνήμη του ελληνικού λαού, συνεπώς υπάρχουν και οι φύλακες της μνήμης αυτής, οι συγγραφείς. Ένας από αυτούς τους φύλακες είναι και αυτός με το παράξενο όνομα Παπαμάρκος, υπερβολικά νέος για να ξέρει τί σημαίνει «Γκιάκ», αλλά πολύ προσεκτικός απέναντι στη φωνή του αίματος, όπως φαίνεται έχει και αυτό τη δική του φωνή και όχι μόνο φωνή, αλλά και τη δική του μνήμη. Το αίμα είναι ένας σπουδαίος αρχειοφύλακας. Όταν διάβασα αυτόν τον Έλληνα, μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι πιθανώς, κάπου σε ένα μακρινό καλύβι στην Τσετσενία, γράφει τις ιστορίες του, παρόμοια «άβολες» τόσο για τη ρωσική εξουσία, όσο και για την ηγεσία της ίδιας της Τσετσενίας, ένας άλλος μέλλων κλασσικός της παγκόσμιας λογοτεχνίας και γράφει για τον εμφύλιο πόλεμο, για τις πανάρχαιες παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες το αίμα καλεί για εκδίκηση, για θύματα χωρίς νόημα και για τη μεταπολεμική μυρωδιά του κρέατος και γράφει έτσι, όπως δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει ο Pierre Guyotat, αλλά ακριβώς όπως έγραψε για όλα ο νέος Έλληνας με το παράξενο όνομαΠαπαμάρκος.

Διαδικτυακή παρουσίαση του “Γκιάκ” από τον έγκυρο Ρώσο blogger Dmitry Gasin (σε ελληνική μετάφραση)  “Αγαπητοί φίλοι, είμαι ο Dmitry Gasin, σας μιλώ για τα βιβλία, για τη μουσική, για τον κινηματογράφο και για κάθε ενδεχόμενο σας προειδοποιώ, ότι το σημερινό βιβλίο δεν προορίζεται για ανάγνωση από παιδιά, αν και επί της ουσίας τα «ακατάλληλα» σημεία του δεν είναι και τόσο πολλά. Είναι όμως ένα τόσο σκληρό ανάγνωσμα από μόνο του, που προκαλεί τους κοινά αποδεκτούς ηθικούς κανόνες, μας δείχνει έναν απολύτως «άλλο» κόσμο, αποτελείται από μερικές εντυπωσιακές παραμέτρους, που όντως, αυτό το βιβλίο δεν θα πρέπει να φτάσει στα χέρια των παιδιών, και που, ωστόσο, θα πρέπει να το διαβάσουν όλοι οι μεγάλοι, ακόμα και αυτοί που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν για τη νεοελληνική λογοτεχνία, που τους είναι απολύτως αδιάφοροι οι πόλεμοι στα Βαλκάνια και που ποτέ δεν θα αγγίξουν τις εκδόσεις αυτής της κατ’ εξοχήν λογοτεχνικής σειράς «Ελληνική Βιβλιοθήκη».

Το «Γκιακ» είναι σπουδαίο! «Γκιάκ» σημαίνει αίμα. Αίμα σε μία από τις διαλέκτους της αλβανικής γλώσσας, που είναι κάτι σαν σπιτική, οικογενειακή μορφή γλώσσας μιας πολύπλοκης ομάδας, των Αρβανιτών. Έτσι ονομάζονται στην Ελλάδα άτομα, ιστορικά αλβανικής καταγωγής, ορθόδοξοι στο θρήσκευμα που μετώκησαν στα εδάφη της σύγχρονης Ελλάδας από τον 12ο ως τον 15ο αιώνα. 12ος αιώνας! Εντυπωσιακό! Πάρα πολύ παλιά ιστορία! Αυτοί, λοιπόν, οι Αρβανίτες, μέχρι τις ημέρες μας αισθάνονται ότι τους ενώνει κάτι κοινό, έχουν τις δικές τους παραδόσεις, τις «υπο-εθνικές», αλλά απέναντι σε όλους είναι κανονικοί Έλληνες! Μόνο εντός της ομάδας τους είναι Αρβανίτες. Έτσι λειτουργεί το σύστημα αναγνώρισης «οικείος – μη οικείος». Η λέξη γκιάκ, λοιπόν, έχει πολλές σημασίες: σημαίνει αίμα, σημαίνει συγγένεια εξ αίματος (όχι εξ αγχιστείας), ούτε η σχέση άνδρας – γυναίκα (σύζυγοι), αλλά μητέρα – γιός, πατέρας – γιός, αδελφός – αδελφή. Υπάρχει η παράδοση των αδελφοποιτών, για τους αδελφοποιτούς γίνεται λόγος σε ένα από τα διηγήματα. Εδώ έχει σημασία να καταλάβουμε, ότι η λέξη «γκιάκ» είναι πολυσήμαντη. Είναι το αίμα σε μια βαθιά σχέση, την οποία και μας αποκαλύπτει με το ταλέντο του ο συγγραφέας.

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος είναι ένας σύγχρονος πεζογράφος. Έχει γράψει και σενάρια για τον κινηματογράφο, κόμιξ, και τί δεν έχει γράψει… Στο βιβλίο υπάρχει εκτενές βιογραφικό σημείωμα, διαβάστε το οπωσδήποτε. Πολλές λογοτεχνικές επιτυχίες στο ενεργητικό του, αλλά αυτή η συλλογή διηγημάτων χτύπησε φλέβα, όπως λέμε! Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός, ότι το βιβλίο συμπεριλήφθηκε στις εκδόσεις της σειράς «Ελληνική Βιβλιοθήκη» που εκδίδει το απάνθισμα και μόνον της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Συνεχίζω, λοιπόν, την αφήγησή μου. Το «Γκιάκ» περιέχει διηγήματα αυστηρά εθνικού χαρακτήρα. Δηλαδή, αναδύεται ένα πυκνό εθνικό μίγμα. Ανάγλυφη εθνική πραγματικότητα, που σου αποτυπώνεται στη μνήμη.

Ωστόσο, δεν θα βρείτε καμμία γραφική περιγραφή, ούτε κάτι το τεχνικά όμορφο με ανατολίτικα κεντήματα: χορούς, τραγούδια, εθνικά κοστούμια, αιματηρές τελετουργίες… Τίποτα! Ξεχάστε το. Είναι μία αφαιρετικότατη όσον αφορά την έκφρασή της πρόζα. Μυστικισμός, ναι! Υπάρχει!

Αλλά είναι ο μυστικισμός και το φανταστικό της προφορικής αφήγησης. Όταν ένας μεθυσμένος σου περιγράφει τη συνάντησή του με τον Διάβολο και η περιγραφή του Διαβόλου είναι η ενσάσκωση της ψυχής ενός σκοτωμένου και άθαφτου ληστή, τότε συνειδητοποιείς ότι δεν σου μιλάει για κάποιον αόριστο ληστή ή κάποιο πρόσωπο από τον Σίλλερ ή κάποιον άλλο ρομαντικό συγγραφέα, αλλά είναι ένας πραγματικός λήσταρχος, από αυτούς που τρομοκρατούσαν την ορεινή Ελλάδα, διότι εκεί το τοπίο είναι γεμάτο σπηλιές και κρυσφύγετα, σε κάθε τόπο υπάρχουν μικροί κάμποι, που χωρίζουν μεταξύ τους από βουνά. Έτσι παντού υπάρχουν κρυφά μέρη, μονοπάτια. Γι’ αυτό και άνθισε στη μικρή Ελλάδα το αντάρτικο και κράτησε τόσο πολύ.

Συν τα νησιά, που μπορείς να τα εξαντλήσεις. Με το δίχτυ του ψαρά. Όπως μας διδάσκει η αρχαία ιστορία, τους κατοικους των νησιών ήταν πάντα εύκολο να τους μετακινήσεις από τη μιά άκρη του μέχρι την άλλη, να τους σκοτώσεις ή να τους αιχμαλωτίσεις. Αλλά από το νησί μπορείς να φύγεις εύκολα. Η θάλασσα δεν αφήσει ίχνη.

Η Ελλάδα είναι ένας πολύ εντυπωσιακός χώρος. Και ο Παπαμάρκος περιγράφει υπέροχα αυτό το τοπίο, το τοπίο που κρύβει μυστικά. Κάπου εκεί ζουν και οι Αρβανίτες. Έχουν τον δικό τους κώδικα τιμής, από πολλούς αιώνες, πλέον, αποκρυσταλωμένο και ολοκληρωμένο. Στο βιβλίο υπάρχει εκτενής εισαγωγή, που μας βοηθά να καταλάβουμε την ομάδα αυτή των ανθρώπων, για τη γλώσσα που μιλούν. Είναι ένα εθνικό ανακάτεμα, ένα εθνικό πιάτο που σερβίρεται με γερνιτούρα! Όχι όμως εδώ! Οι ήρωες μιλούν μεταξύ τους με σύντομες φράσεις επιπέδου Χεμινγουέι και αυτό είναι αρκετό για να κατανοήσεις την οικειότητα που υπάρχει μεταξύ τους. Ακόμα και ανάμεσα στον φονιά και στο θύμα υπάρχει οικειότητα και δεσμός, όταν επικοινωνούν στα αρβανίτικα. Και τους περιβάλει ένας απολύτως ανοικείος κόσμος, αδιάφορα από τον αν τους ενοχλεί ή τους συμπαραστέκεται. Όλο αυτό είναι στημένο στο βιβλίο με πολύ δυνατό ύφος. Αυτό είναι το πρώτο που δημιουργεί μία αίσθηση ενότητας στο «Γκιάκ», ως συλλογής διηγημάτων και ως αφήγησης. Το δεύτερο, είναι, ασφαλώς, η αρχαιότατη και βαθιά ριζωμένη επιθυμία του ανθρώπου να αφηγηθεί «αστυνομικές» περιπέτειες. Γνωρίζετε ότι όλες οι σάγκες είναι διηγήσεις για εγκλήματα. Διότι όσο ο άνθρωπος απλά ζει, δεν υπάρχει τίποτα αξιοπερίεργο να μοιραστεί με τους άλλους. Οι αρχαίοι Ισλανδοί δεν κατανοούσαν τί θα έπρεπε να διηγηθούν. Υπήρχε η κατηγορία μυθολογικών αφηγήσεων, τραγουδιών, τελετών, όπου γινόταν λόγος για τις θεότητες, αλλά στην καθημερινή ζωή των Ισλανδών, δεν συνέβαινε κάτι συναρπαστικό, που να άξιζε να το διηγηθούν. Εκτός αν κάποιος σκότωνε κάποιον άλλο ή έκλεβε κάποιον ταύρο. Και στο σημείο αυτό ξεκινούσε η σάγκα. Έτσι και εδώ, διαγιγνώσκεται η πανάρχαια αυτή επιθυμία.

Το πρώτο κιόλας διήγημα «Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε» (Θα σου κόψω την κοτσίδα) είναι ένα αφήγημα μιας φοβερής εκδίκησης. Ύπουλης, ευρηματικής, καταματωμένης. Η αιματηρή εκδίκηση εδώ διαδραμματίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Ο Προσπέ Μεριμέ θα τα απολάμβανε πολύ αυτά τα διηγήματα, θα έβλεπε πώς σε μιαν άλλη γλώσσα, σε μια άλλη κοινωνία, σε άλλη εποχή και σε μια άλλη χώρα, όσα περιέγραψε στο Φαντάνγκο και στο Ματέο Φαλκόνε παίρνουν σάρκα και οστά. Η ιστορία της λογοτεχνίας εξελίσσεται με μορφή σπιράλ. Αλλά αυτά είναι απόλυτα προσωπικές λογοτεχνικές προσλαμβάνουσες… Αυτό λοιπόν είναι το δεύτερο, η «αστυνομικής» μορφής πλοκή, που έχει οπωσδήποτε φόνο, εκδίκηση, με ληστές κ.λ.π. Το τρίτο είναι το μεταπολεμικό τραυματικό σύνδρομο. Όλοι οι ήρωες των διηγημάτων έχουν στρατιωτικό παρελθόν στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Σε έναν από τους πολλούς ελληνοτουρικούς πολέμους, που τελείωσε με μία ανθρωπιστική καταστροφή, όπου περίπου εξακόσιες χιλιάδες Μουσουλμάνοι που ζούσαν στην Ελλάδα εκτοπίστηκαν βίαια στην Τουρκία και ένα εκατομμύριο περίπου Ελλήνες υποχρεώθηκαν να εγκατλείψουν τα Μικρασιατικά παράλια, που κετείχαν οι Τούρκοι και να καταφύγουν σε ελληνικά εδάφη. Μπορείτε να φανταστείτε πως έγιναν αυτές οι ανταλλαγές και πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν. Απίστευτη ανθρωπιστική καταστροφή. Αυτά ήταν τα αποτελέσματα ενός πολέμου, που στις αρχές του για τους Έλληνες ήταν νικηφόρος. Καταλάμβαναν όλο και περισσότερες περιοχές και επιστρατεύονταν όλο και περισσότεροι ντόπιοι Έλληνες που πήγαιναν να πολεμήσουν. Όλοι, λοιπόν, πέρασαν τον πόλεμο. Και σε αυτό τον πόλεμο είδαν τέτοια πράγματα, που δεν περιγράφονται σε αυτό το βιβλίο.

Αν θέλετε να μάθετε τί ακριβώς είδαν, υπάρχει μια ταινία… Όχι, δεν θα σας τη συμβουλεύσω… Πολλές φοβερές ταινίες υπάρχουν για τον πόλεμο. Και είναι μία έντιμη παραδοχή το γεγονός ότι ο οποιοσδήποτε πόλεμος, δεν παύει να είναι πόλεμος. Εδώ ο Παπαμάρκος δεν είναι «πατριώτης». Είναι πολύ πατριώτης, αλλά σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο. Δεν επιθυμεί να δώσει δίκαιο σε πολεμικά εγκλήματα του παρελθόντος που και από τις δύο πλευρές υπήρξαν τερατώδη. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Οι Έλληνες στο επίπεδο αυτό, υπήρξαν αντάξιοι των Τούρκων. Αλλά αυτό δεν περιγράφεται στο «Γκιάκ». Στο «Γκιάκ» δεν θα βρείτε περιγραφές στρατιωτικών συγκρούσεων, εκστρατειών, βίας εις βάρος του άμαχου πληθυσμού. Απλώς αναφορές: ασφαλώς σκοτώναμε, βιάζαμε… Δεν γίνεται και αλλοιώς! Πόλεμος ήταν. «Κι εγώ τα έκανα αυτά» ομολογεί ένας από τους ήρωες. Και το τελευταίο είναι η προφορική αφήγηση. Το καθένα από τα διηγήματα αποτελεί και έναν μονόλογο του εκάστοτε ήρωα. Ιχνογραφείται το πορτρέτο του καθενός από τα ίδια του τα λόγια σε ιδιαίτερα κριτικές στιγμές. Περιγράφεται ένα προξενιό σε μια αυτοβιογραφική περιγραφή ενός ήρωα, συγκεκριμένα, η χειρότερη στιγμή: «Αυτός είμαι! Αν δεν με θέλεις, δεν πειράζει, αλλά θέλω να συμφωνήσεις, ξέροντας για μένα όλη την αλήθεια. Αν σου κάνω, εντάξει. Αν όχι βρες άλλον πιο άξιο, αλλά η συζήτηση αυτή δεν θα μαθευτεί πέρα από αυτό το τραπσεις. Αν ο στμγρας δικους αδελφοπητοέζι», λέει στον μέλλοντα πεθερό του. Είναι προφορικά διηγήματα, που περιγράφουν γλαφυρά τόσο τη ζωή των ανθρώπων, όσο και τις σχέσεις μεταξύ τους εντός της μικρής, κλειστής τους κοινότητας. Είναι μία πρόζα που σε γδέρνει μέχρι το κόκκαλο, που δεν περιγράφει ωραιοποιημένα τις καταστάσεις. Αν ο ήρωας σκότωσε, σου περιγράφει πως το έκανε χωρίς περιττά ωραία λόγια. Τόσο ο φόνος, όσο και η εκδίκηση, αποτελούν απλά γεγονότα της ζωής, όπως και όλα τα άλλα και ο συγγραφέας τα περιγράφει, διότι αυτό είναι ένα μέρος του διηγήματος. Γιαυτό το λόγο, το «Γκιάκ» δεν αποτελεί εγχειρίδιο σκληρών ηθών. Σε καμμία περίπτωση. Όλα αυτά τα σκληρά ήθη δεν είναι σκληρότερα από τον πόλεμο, από τον οποίο επέστρεψαν οι ήρωές του. Αυτή είναι μια κρυφή σκέψη, που πουθενά δεν αναφέρεται στο «Γκιάκ», όπως λέει κάποιος από τους ήρωες «πίστεψέ με, οι άνθρωποι είναι χειρότεροι από τους διαβόλους» κι είναι ακριβώς έτσι. Όπως, ήδη, σας είπα, στοιχεία μυστικισμού υπάρχουν στο «Γκιάκ», με τη σωστή δόση, φιλτραρισμένα μέσα από ένα σφηνάκι ντόπιου τσίπουρου και μέσα από προσωπικές διηγήσεις των αφηγητών και όχι μέσα από το βλέμμα του συγγραφέα, που παραμένει νηφάλιο, ένα βλέμμα από τον 20ο και τον 21ο αιώνα, το βλέμμα μιας άλλης εποχής.

Είναι πραγματικά ένα πολύ εντυπωσιακό ανάγνωσμα. Μας περιγράφει αυτή την πανάρχαιη, τοπική και παραδοσιακή Ελλάδα, την οποία, ουσιαστικά, δεν συναντάμε πουθενά αλλού στη νεοελληνική λογοτεχνία που να έχει μεταφραστεί στα ρωσικά. Πιθανότατα υπάρχει, αλλά αμφιβάλλω ότι θα είναι τόσο συναρπαστικό, τόσο εντυπωσιακό και τόσο τραυματικό, διότι πρόκειται για κατ’ εξοχήν τραυματική πεζογραφία. Το ξαναλέω, ότι φόντο του βιβλίου αποτελεί ο πόλεμος, φοβερός πόλεμος, με σφαγές, ο οποίος όμως δεν περιγράφεται, αλλά κρέμεται στην ατμόσφαιρα, όπως ένας συνεφιασμένος φθινοπωρινός ουρανός.

Αυτός είναι λοιπόν ο σύγχρονος πεζογράφος Παπαμάρκος και η συλλογή διηγημάτων του, μερικά από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες και τώρα, για πρώτη φορά, ολόκληρη η συλλογή κυκλοφορεί στα ρωσικά στη σειρά «Ελληνική Βιβλιοθήκη των Εκδόσεων «O.G.I.». Πρόκειται για ένα πραγματικά εξέχον έργο, από το οποίο εγώ προσωπικά έμαθα πάρα πολλά νέα πράγματα. Τιμή και δόξα, ασφαλώς, στη μεταφράστρια, που κατόρθωσε να αποδώσει επιτυχώς την τόσο δύσκολη αυτή για τον μεταφραστή πεζογραφία. Εδώ δεν έχεις περιθώρια ελιγμών στα εκφραστικά μέσα. Όλα είναι λιτά και ακριβή. Διαβάστε το και απολαύστε το. Σας ευχαριστώ για την προσοχή.”

Το βιβλίο αυτό αποτελεί την πρώτη απόπειρα μετάφρασης σε ξένη γλώσσα ολόκληρης της συλλογής διηγημάτων «Γκιάκ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου που είναι αφιερωμένη  σε αφηγήσεις των ηρώων του, στρατιωτών που επέστρεψαν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1919-1922 και προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους κουβαλώντας τις εμπειρίες από το μέτωπο της Μικράς Ασίας. Τη μετάφραση του «Γκιάκ» στα ρωσικά έκανε η ελληνίστρια Ξένια Κλίμοβα η οποία, εκτός από δεξιοτέχνης της λογοτεχνικής μετάφρασης από τα ελληνικά, είναι  ερευνήτρια-εθνογλωσσολόγος και μελετήτρια του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, πράγμα που της επέτρεψε να προσεγγίσει με απίστευτη ακρίβεια και να αποδώσει με απόλυτη επιτυχία το δύσκολο λόγο του Παπαμάρκου.

Τον Δεκέμβριο 2019 το βιβλίο «Γκιάκ» παρουσιάστηκε στην έκθεση NonFiction στη Μόσχα. Στη συνέχεια στην Αγία Πετρούπολη στο Dom R.A.D.I.O. με τη συμμετοχή της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, ομότιμης καθηγήτριας ΑΠΘ, του συγγραφέα και του Δημήτρη Γιαλαμά, μορφωτικού συμβούλου της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα.

Το πρόγραμμα των εκδόσειων της ελληνικής λογοτεχνίας στα ρωσικά χρηματοδοτείται από το ΥΠΠΟΑ και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού.

 

Για την έντυπη έκδοση  εδώ

Για την ηλεκτρονική έκδοση εδώ

Σχετικό θέμα:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

 

 

Video