Ο ΜΑΥΡΙΤΑΝΟΣ, ΤΟ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΑΜΟ ΚΑΙ Ο ΛΕΥΚΟΣ ΣΩΤΗΡΑΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: anyteart

Πολλές ταινίες μεγάλου μήκους, ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές εκπομπές, βιβλία και ειδήσεις έχουν ασχοληθεί με την απάνθρωπη πραγματικότητα του νυν στρατοπέδου φυλακών Γκουαντάναμο –  την πρώην ναυτική βάση των ΗΠΑ στον κόλπο του Γκουαντάναμο, στην Κούβα.  Η τελευταία ταινία που έρχεται να προστεθεί στο κινηματογραφικό άλμπουμ του Γουναντάναμο είναι “Ο  Μαυριτανός” σε σκηνοθεσία Κέβιν Μακντόναλντ που αφηγείται την αληθινή ιστορία του κρατούμενου Mohamedou Ould Slahi και τον αγώνα του για την ελευθερία με τη βοήθεια της δικηγόρου Nάνσυ Χολάντερ (Τζούντι Φόστερ, χρυσή Σφαίρα 2021). Το ρόλο του Μαυριτανού κρατούμενου υποδύεται ο γαλλικής καταγωγής αλγερινός ηθοποιός Ταχάρ Ραχίμ ο οποίος, σε πρόσφατες δηλώσεις του στο BBC με αφορμή την προβολή της ταινίας στις ΗΠΑ, στις 12 Φεβρουαρίου 2021, δηλώνει ότι γνώριζε τόσα πολλά για το στρατόπεδο φυλακών των ΗΠΑ στον κόλπο του Γκουαντάναμο της Κούβας, όσα το μέσο δυτικό κοινό για το οποίο έγινε η ταινία. Αν και ο ίδιος είχε ακούσει ότι φύλακες φέρονταν να κακομεταχειρίζονται τους κρατούμενους,  δεν μπορούσε να φανταστεί ότι “μια χώρα όπως η Αμερική θα άφηνε τους στρατιώτες να αντιμετωπίζουν ανθρώπους με τέτοιο τρόπο”- είπε. Κι αυτό το διαπίστωσε ό ίδιος όταν αποδέχτηκε τη συμμετοχή του στην ταινία κι έκανε έρευνα με βάση το βιβλίο με τα απομνημονεύματα του κρατούμενου Σλάχι σχετικά με την 14ετή φυλάκισή του, χωρίς να του έχει απευθυνθεί κατηγορία, τις συνθήκες κι εμπειρίες του στο Γκουαντάναμο. Τότε όλα άλλαξαν.

Ο Σλάχι κατηγορήθηκε για τρομοκρατία επειδή, σύμφωνα με τις καταγγελίες, είχε υποστηρίξει κάποτε την Αλ Κάιντα κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στο Αφγανιστάν, τη δεκαετία του ’80. Μετά από αρκετά χρόνια σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων στο στρατόπεδο φυλακών του Γκουαντάναμο, η Χολάντερ τον βοήθησε να κερδίσει μια απόφαση παράνομης κράτησης από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Δεν κατηγορήθηκε ποτέ για έγκλημα, αλλά ήταν κρατούμενος για έξι ακόμη χρόνια πριν αφεθεί ελεύθερος το 2016.

Ο Σλάχι εμπιστεύτηκε τον MακΝτόναλντ όχι μόνο λόγω του ιστορικού του στην παραγωγή πραγματικών ντοκιμαντέρ όπως το Touching the Void (2003) και Marley (2012), αλλά λόγω της εμπειρίας του στην Αφρική που τον έφερε υποψήφιο για Όσκαρ με το The Last King of Scotland (2006). Για τη γνησιότητα της ιστορίας η ταινία βασίστηκε στον ίδιο τον Σλάχι και στο βιβλίο με τα απομνημονεύματά του για την κατάρτιση του σεναρίου. Ο πρώην κρατούμενος έδωσε λεπτομερείς περιγραφές στο ΜακΝτόναλντ σχετικά με την απομόνωσή του στο Γκουαντάναμο ενώ η αναδημιουργία του στρατοπέδου των φυλακών στηρίχθηκε σε φωτογραφίες ειδησεογραφικών πρακτορείων, στρατιωτών που είχαν δημοσιεύσει στο διαδίκτυο και υποτιθέμενα στρατιωτικά έγγραφα και εγχειρίδια.

Και σ’ αυτή την ταινία, όπως και στις προηγούμενες με παρόμοιο θέμα, είθισται οι αμερικανοί παραγωγοί να προτάσσουν  τον “λευκό σωτήρα”  στην προκειμένη περίπτωση Αμερικανούς στρατιώτες και νομικούς σε ρόλους πρωταγωνιστικούς να προσπαθούν να βοηθήσουν τους κρατουμένους, τους ανθρώπους του χρώματος, απαλλάσσοντας, κατά κάποιο τρόπο, το λευκό κοινό από τς ενοχές  του. Έτσι, η ταινία εστιάζοντας στο οδυνηρό ταξίδι του Σλάχι από την πατρίδα του τη Μαυριτανία – όπου συνελήφθη δύο μήνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου με την κατηγορία ότι εργάστηκε για την Αλ Κάιντα – στον κόλπο του Γκουαντάναμο, δημιουργεί ένα ευρύ πεδίο για τις νομικές δυνάμεις των ΗΠΑ που εργάζονται υπέρ και εναντίον του στο όνομα της δικαιοσύνης: Η Τζούντι Φόστερ ως δικηγόρος υπεράσπισης Νάνσυ Χολάντερ, αγωνίζεται για την ελευθερία του πελάτη της και ο Μπένεντικτ Κούμπερμπατς ως στρατιωτικός εισαγγελέας για τη θανατική ποινή κατά του Σλάχι  έως ότου αποκαλυφθούν νέα στοιχεία.

Ο Σλάχι, ο οποίος συνεχίζει σήμερα να στερείται την είσοδο στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο πέντε χρόνια μετά την απελευθέρωσή του από το Γκουαντάναμο, χωρίς αποζημίωση ή απολογία, ελπίζει ότι η ταινία θα δείξει στον δυτικό κόσμο την αθωότητά του και ότι οι αρνητικές αντιλήψεις για τη Μέση Ανατολή και τους πολίτες της Βόρειας Αφρικής θα πρέπει πιά να σταματήσουν.

Το Γκουαντάναμο

Η ναυτική βάση των ΗΠΑ στον κόλπο του Γουαντάναμο καθιερώθηκε από τον Πρόεδρο Τζορτζ Μπους ως κέντρο κράτησης το 2002, για να στεγάσει τους κατηγορούμενους Ισλαμιστές τρομοκράτες που πιστεύεται ότι είχαν εμπλακεί στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ. Έκτοτε, ο ιστότοπος με την ονομασία «Gitmo» βρίσκεται στο κέντρο μιας άγριας συζήτηση σχετικά με τις δυνάμεις του στρατού των ΗΠΑ και την πεποίθηση ότι οι στόχοι δικαιολογούν τα μέσα.Τα τελευταία 18 χρόνια βρεθεί εκεί φυλακισμένοι από την κυβέρνηση των ΗΠΑ άτομα που κατάγονται κυρίως από τη  Μέση Ανατολή, τη Νότιο Ασία και τη Βόρεια Αφρική.

Το στρατόπεδο παραμένει ακόμα και σήμερα ανοιχτό παρά τις διαβεβαιώσεις του άλλοτε προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα περί αναστολής της λειτουργίας του. Ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάιντεν έχει δεσμευτεί ότι θα το κλείσει πριν ολοκληρώσει τη θητεία του στο Λευκό Οίκο.

 

 

 

Video