ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: ΕΝΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΘΕΙ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Κείμενο: Ελένη Γαλάνη

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Η αποστολή της anyteArt στη Θεσσαλονίκη έγινε με αφορμή την 7η Μπιενάλε 2019 που φέτος συμπληρώνει 12 χρόνια και τη μεγάλη έκθεση της Λιουμπόβ Ποπόβα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Επιλέξαμε να περάσει ένα χρονικό διάστημα μετά τα εγκαίνια (12/10/19) και τις επισημότητες που συνοδεύουν τις εκθέσεις για να αφομοιωθούν τα λόγια τα μεγάλα εκείνων των ημερών και να ξεχαστούν την αμέσως επομένη, όταν η πόρτα θ΄ανοίξει για το κοινό, και τον και το λόγο θα έχει η συμμετοχή και η επικοινωνία με το αντικείμενο.

Με την αφιξή μας το σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, δεν είχαμε την αίσθηση ότι «κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ». Μήτε η διαδρομή μέχρι το ξενοδοχείο στην οδό Ίωνος Δραγούμη μας έκανε να αντιληφθούμε την ύπαρξη της Μπιενάλε. Η πόλη είχε κατακλυστεί μόνο από  διαφημιστικά στις βιτρίνες των καταστημάτων για την Black Friday. Η κίνηση μεγάλη-αφόρητη. Στη στάση λεωφορείων οι ουρές θύμιζαν εκείνες που μας έδειχναν κάποτε από την πρώην ΕΣΣΔ για τη διανομή ψωμιού. Η πόλη σκαμμένη σε πολλά σημεία. Βασίλευε ο ήλιος όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Το ανακαινισμένο εκ βάθρων boutique hotel ήταν ιδιοκτησίας Σέρβου.

Φυσικά και δεν περιμέναμε να δούμε κοσμοσυρροή: να είναι οι ουρές έκδοσης εισιτηρίων για τη ΣΤΑΣΗ της 7ης Μπιενάλλε Θεσσαλονίκης αντίστοιχες, ή κατά το ήμισυ, τουλάχιστον, μ’ εκείνες στα αστικά λεωφορεία της πόλης. Ανόητο επίσης θα ήταν η σύγκριση με την προσέλευση κοινού στη Μπιενάλε της Βενετίας την οποία είδαμε εφέτος τον Ιούλιο. Εκεί η έκδοση ειστηρίων γίνεται online αλλά και με τον παραδοσιακό τρόπο- την ουρά στα εκδοτήρια, λίγο πριν από το καθημερινό άνοιγμα. Αυτό όμως που απαιτεί κανείς από μία πόλη που αναλαμβάνει να οργανώνει ανα διετία Μπιενάλε είναι η στοιχειώδης προβολή και η διαφήμιση της τετράμηνης εικαστικής διοργάνωσης τουλάχιστον στις εισόδους της πόλης και στον περιβάλλοντα εκθεσιακό χώρο. Να βρίσκει  η εκδήλωση τον επισκέπτη της στην καθημερινότητά του και όχι να την ψάχνει εκείνος.

Πώς όμως να διαφημιστεί η Μπιενάλε και να λειτουργήσει ως προς προσέλκυση του κοινού  όταν είναι «σπασμένη» σε έξι διαφορετικούς χώρους στη Θεσσαλονίκη και σε έναν στην Αθήνα; Η πρόσβαση δεν είναι εύκολη και οι αποστάσεις κάθε άλλο παρά κοντινές μεταξύ τους είναι.

«…η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης έχει καταφέρει να κερδίσει το κοινό εκτός συνόρων και να καθιερωθεί στη διεθνή πραγματικότητα» διαβάζουμε στα ενημερωτικά κείμενα της διοργάνωσης όπου παρουσιάζονται α) το θέμα -ΣΤΑΣΗ -της Μπιενάλλε 2019 και β) οι 50 και πλέον καλλιτέχνες που ανταποκρίθηκαν στην πρόταση για «μια ιστορική επισκόπηση του εαυτού, του κόσμου και της ζωής μέσα από καλλιτεχνικές θέσεις και έργα. Με ερωτηματικά ή ενθουσιασμό, με αντιστάσεις ή ανατροπές, με ποιητικότητα ή ρεαλισμό, με φαντασία ή κριτική θεώρηση της πραγματικότητας, με ερευνητικότητα ή επινοητικότητα, οι καλλιτέχνες αναζητούν εναλλακτικά σημεία θέασης του παρελθόντος, του παρόντος και μελλοντικού κόσμου, και με κάποιον τρόπο τον ανασυνθέτουν».

Εντός συνόρων όμως, τί γίνεται; Είναι η πόλη αυτή ένα χωριό που όλοι πηγαινοέρχονται γύρω από την κεντρική του πλατεία, όπως  μας έλεγε, χαρακτηριστικά, ένας ταξιτζής; Ή μήπως είναι  ένα πολυσύχναστο κέντρο που καθημερινά υποδέχεται πολίτες από πόλεις της Ελλάδας, των Βαλκανικών χωρών, της Τουρκίας, του Ισραήλ, του ευρωπαϊκού βορρά και της αχανούς Ρωσίας. Η Θεσσαλονίκη είναι το δεύτερο. Η θέση της, οι πληθυσμοί της, μόνιμοι και περιστασιακοί, αρκούν για να γίνει, κέντρο διεθνούς ακτινοβολίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.  Το υγρό στοιχείο που τη συντροφεύει, εκείνο το πήγαιν΄έλα γύρω από την πλατεία και τη λεωφόρο Νίκης, ο παγωμένος Βαρδάρης και τα επιβλητικά βυζαντινά της μνημεία (το δέος που νιώσαμε στη Ροτόντα συνεχίζει να μας διακατέχει) συνθέτουν μια πόλη πολυπρόσωπη και allegro.

Και οι άνθρωποι; Έχει στελέχη η πόλη στον πολιτιστικό της τομέα;  Ναι. Έχει. Με ζήλο και με χαμόγελο, φιλόξενους και ανοιχτούς, ανθρώπους που ξέρουν να ακούουν τη διαφορετική γνώμη, εξοικιωμένους με το πολυπολιτισμικό περιβάλλον στην ιστορκή του διαδρομή καθώς το ζουν καθημερινά και το βιώνουν μέσα στη σημερινή πραγματικότητα.

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό που δεν διστάζει να πει τις αλήθειες για τα κακώς κείμενα – την κατάρα της δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας και συνεργασίας των φορέων μεταξύ τους: οι δηλώνοντες «αναρμόδιοι» του δήμου, οι μειοδοτικοί διαγωνισμοί, η έλλειψη στελεχών προβολής και επικοινωνίας που να ανταποκρίνονται στις επιταγές της διεθνούς ενημέρωσης του σήμερα και η έλλεψη συμμετοχής χορηγών (σσ. αλήθεια γιατί ο αερολιμένας δεν υποστήριξε τη Μπιενάλε μ΄ένα πανώ στο χώρο αφίξεων;) Αυτά, και άλλα ακόμη, αποτελούν στοιχεία που υποβαθμίζουν την πραγματικά επαγγελματικών προδοαγραφών εικαστική διοργάνωση. Κάπως έτσι χάνεται, από ένα σημείο και μετά, ο στόχος της 11μελούς ομάδας επιμελητών για μια στάση ζωής – έναν διάλογο ανάμεσα στους καλλιτέχνες, το έργο τους και το κοινό προς την κατεύθυνση της διερεύνησης στάσεων και θέσεων, τρόπων και πρακτικών, αρχείων και ντοκουμέντων, πολύτροπων καναλιών επικοινωνίας.

Στο διάστημα 28-30 Νοεμβρίου επισκεφτήκαμε τους χώρους :

MOMus-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη (Μονή Λαζαριστών)

MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης-Συλλογές Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (εντός ΔΕΘ-HELEXPO)

MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Α’, λιμάνι)

MOMus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών (Αποθήκη Β1, λιμάνι)

Αλατζά Ιμαρέτ (Θεσσαλονίκη)

Δεν είδαμε κόσμο. Ούτε καν το Σάββατο (30/11) το μεσημέρι, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που βρίσκεται στο χώρο της ΔΕΘ-HELEXPO, ανάμεσα στις εγκαταστάσεις ενός εγκατελειμμένου Λούνα Πάρκ. Παρκαδόροι στο χώρο της HELEXPO, μας υπέδειξαν το σημείο του μουσείου. Δεν υπήρχε σήμανση προς αυτό από τη βόρεια είσοδο των εγκαταστάσεων της ΔΕΘ.

Video