ΜΕ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟ ΛΟΥΒΡΟ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ ΣΤΗ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

AΘΗΝΑ – Ως κίνηση που ενισχύει τη στρατηγική του υπουργείου Πολιτισμού να ξανασυστήσει την Ελλάδα στον κόσμο προσδιορίζει το ΥΠΠΟΑ τη ρύθμιση για το δανεισμό αντικειμένων από τα ελληνικά μουσεία για 25 χρόνια με δυνατότητα παράτασης επιπλέον 25 χρόνια.

Σε σημερινή ανακοινωσή (9.12.20) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «είναι κάτι που έχουν κάνει μεγάλα μουσεία στον κόσμο, όπως το Μουσείο του Λούβρου. Υπό μία έννοια το Μουσείο Μπενάκη Μελβούρνης αντιστοιχεί στο Μουσείο του Λούβρου στο Αμπου Ντάμπι.»(!)

«Θεωρούμε επιβεβλημένο -αναφέρει- να προβάλλομε τον ελληνικό πολιτισμό σε όλο τον κόσμο. Ιδιαίτερα μάλιστα σε περιοχές που υπάρχει έντονο το ομογενειακό στοιχείο, (Αυστραλία- ΗΠΑ) και δεν είναι το ίδιο εύκολο με κάποιον που μένει στην Ευρώπη, να επισκεφθεί την Ελλάδα. Οπότε με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η ταυτότητα της ομογένειας, αναδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο το συγκριτικό πλεονέκτημα της πατρίδας της και έρχονται σε επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό, άνθρωποι σε όλο τον κόσμο.»

Η ρύθμιση αφορά καταρχήν στο Μουσείο Μπενάκη, «το οποίο έχει ήδη προσεγγιστεί από το Ελληνικό Μουσείο της Μελβούρνης –την τρίτη πόλη στον κόσμο με ομογενειακό πληθυσμό- προκειμένου να συστεγαστεί σε νέο κτήριο το οποίο κατασκευάζεται επί τούτου με τον διακριτό τίτλο «Μουσείο Μπενάκη Μελβούρνης». Στην πραγματικότητα δημιουργείται ένα μίνι Μουσείο Μπενάκη με εκπροσώπηση όλων των συλλογών του -αντίστοιχου του αθηναϊκού- με αντικείμενα προερχόμενα από τις αποθήκες του.»

Στην ανακοίνωση αναφέρεται επίσης ότι «τα μουσεία της χώρας μας διαθέτουν μερικές δεκάδες εκατομμύρια κινητά μνημεία, τα οποία φυλάσσονται στις αποθήκες τους. Από αυτά, κάποια, που επιλέγονται από τα ίδια τα μουσεία και αφού τύχουν της έγκρισης των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και φυσικά του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, σε απόλυτη εφαρμογή των διατάξεων του αρχαιολογικού νόμου (ν. 3028/2002), θα μπορούν να εκτίθενται ως ενιαία συλλογή με μακροχρόνιο δανεισμό σε μουσεία ή εκθεσιακούς χώρους του εξωτερικού διατηρώντας απαραιτήτως την ονομασία του μουσείου που δανείζει τα αντικείμενά του.

Αναρωτιέται, μάλιστα, το υπουργείο Πολιτισμού εάν «είναι προτιμότερο τα κινητά μνημεία να μένουν «ξεχασμένα» στις αποθήκες των μουσείων μας, από το να αποτελούν τους πρέσβεις της Ελλάδας στο εξωτερικό; Είναι προτιμότερο να μένουν αφανή και άγνωστα στις αποθήκες, από το να γίνονται αντικείμενα θαυμασμού και ψυχαγωγίας σε φίλιες χώρες λάτρεις του ελληνικού πολιτισμού

“Είναι απολύτως σαφές- καταλήγει η ανακοίνωση- ότι τα αντικείμενα που θα στέλνονται προς έκθεση ανήκουν στα μουσεία τα οποία τα στέλνουν γι΄ αυτό το σκοπό. Άλλωστε η αποστολή γίνεται με δική τους απόφαση και ύστερα από έγκριση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Ανήκουν στην Ελλάδα η οποία δίνει τη δυνατότητα να τα θαυμάσουν  άνθρωποι σε άλλες γωνιές του πλανήτη γεγονός που αποτελεί μεγάλη προβολή της χώρας και του πολιτισμού της.”

Εκείνο που δεν διευκρινίζεται είναι ποιός πληρώνει το λογαρισμό για την μεταφορά και ασφάλιση των αντικειμένων. Το ιδιωτικό μουσείο, το δημόσιο μουσείο ή ο οικοδεσπότης του εξωτερικού; Επίσης δεν διευκρινίζεται ποιό θα είναι το ανταποδοτικό τέλος. Θα είναι εις είδος ή εις χρήμα; Μ΄άλλα λόγια ποιός κερδίζει, πόσα και πώς από αυτή τη συναλλαγή; Διότι περί αυτού πρόκειται.