ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ “ΛΟΥΣΙΑ” ΣΤΗ LITERATURNAYA GAZETA ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

21/6/21

Сквозь дыру в моей голове

MOΣΧΑ – Στη «Literaturnaya gazeta», την έγκυρη και εξειδικευμένη λογοτεχνική έκδοση που κυκλοφορεί στη ρωσική γλώσσα και την οποία ίδρυσε το 1929 ο Μαξίμ Γκόρκι, δημοσιεύτηκε βιβλιοκρισία (21/6/ 2021) για το μυθιστόρημα «Λούσιας» του Νίκου Χουλιαρά  με την υπογραφή του γνωστού ρώσου ιστορικού – καθηγητή  Συγκριτικής Θρησκειολογίας Αλεξάντρ Τκατσένκο και με τίτλο «Μέσα από μια τρύπα στο κεφάλι μου».

Ο μύθος που περιβάλλει το μυθιστόρημα «Ο Λούσιας» – γράφει ο Ρώσος ιστορικός – με μια πρώτη ματιά, είναι σχετικά απλός και συναντάται στην παγκόσμια λογοτεχνία: πρόκειται για την ιστορία ενός διανοητικά καθυστερημένου εφήβου που η ζωή του εκτυλίσσεται με φόντο μερικά σημαντικά γεγονότα από την ιστορία της Ελλάδας κατά τον 20ο αιώνα. Τυπικά, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε ίσως να ενταχθεί στην μεγάλη κατηγορία των λογοτεχνικών έργων που αφορούν ένα «μικρό και ασήμαντο άνθρωπο» που ήρθε σε σύγκρουση με το σύστημα και την κοινωνία. Ωστόσο, το βιβλίο δεν έχει καμμία σχέση με τον κοινωνικό ή τον χριστιανικό ανθρωπισμό. Και παρότι ο ήρωας, κατά καιρούς, αναφέρεται στωικά σε πλήγματα και αδικίες που δέχεται, δεν υπάρχει υπονούμενο για αποδοχή ή αντιπαράθεσή του με το κακό. Σπάνια αναφέρονται εκκλησίες ή μοναστήρια. Σε μία σκηνή, ο ήρωας κοιτάει μία εικόνα του Χριστού, του Καλού Ποιμένος ή κάποια δευτερεύοντα πρόσωπα  διαβάζουν το Ευαγγέλιο. Αλλά όλα αυτά δεν είναι τίποτα παραπάνω από διακοσμητικά. Ο συγγραφέας και ο ήρωάς του φαίνεται να μην ξεχωρίζουν και πολύ την εικόνα του Καλού Ποιμένος από το πορτρέτο του Βασιλιά των Ελλήνων ή την απεικόνειση του Τιτανικού που βυθίζεται. Άλλωστε, η παραμικρή απόπειρα κηρύγματος, θα κατέρρεε από το γεγονός ότι η ζωή του ήρωα δεν ταυτίζεται με το χριστιανικό ιδεώδες.

Όσοι διαβάσουν το «Λούσια» μέχρι το τέλος, αναμφίβολα θα παρατηρήσουν ότι ο αφηγηματικός λόγος είναι δομημένος όχι σε ευθεία γραμμή, αλλά κυκλικά. Κατά διαστήματα επαναλαμβάνονται, σχεδόν κατά λέξη, ολόκληρες φράσεις, μορφές ή και ολόκληρες σκηνές. Πρακτικά, το κείμενο αυτό μπορεί κανείς να ξεκινήσει να το διαβάζει από οποιοδήποτε σημείο και, αντίστοιχα, να ολοκληρώσει την ανάγνωση σε οποιοδήποτε άλλο. Είναι αυτοδύναμο σε οποιοδήποτε μεμονωμένο απόσπασμα και μοναδικό εξωτερικό σημείο αναφοράς αποτελεί η αναφορά του ονόματος  του ήρωα στο τέλος του βιβλίου.

Σ΄όλο το μυθιστόρημα παρατηρούμε ένα καλειδοσκόπιο γεγονότων από την καθημερινή ζωή: δουλειές, γάμους, ερωτικές πλοκές, κηδείες, πολιτικούς αγώνες που εναλάσσονται, ωστόσο, ο βαθμός ρεαλισμού όλων των γεγονότων παραμένει για τον αναγνώστη αμφίβολος. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Αυτή η θολή ροή της ζωής, δεν αποτελεί για τον συγγραφέα μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Η ισχύς μεταβάλεται σε αδυναμία (όπως φαίνεται στην περίπτωση του κυρίου Κοντολέοντος, ο οποίος έπαθε εγκεφαλικό), το μεγάλο και σταθερό σπίτι, χώρος ελπίδας και μαρτυρίου, γίνεται στάχτη (το σπίτι του ίδιου του κυρίου Κοντολέοντος και το καφενείο του Γανιατσά), η ομορφιά του σώματος παρέρχεται (η μορφή της κυρίας Κούλας, που πουλάει στο τέλος του μυθιστορήματος καλαμπόκι στην όχθη). Αλλά οι άνθρωποι διαρκώς κινούνται πλάι στον ήρωα. Πηγαίνουν συνεχώς στις δουλειές τους, χωρίς να παρατηρούν τίποτα. Πρόκειται για μια αέναη κίνηση του καθενός χωρίς νόημα από τη γέννηηση ως το θάνατό του.

Η φωνή που ακούμε στο μυθιστόρημα, είναι επί της ουσίας η φωνή της ψυχής, φυλακισμένης σε ένα σώμα που πάσχει. Δεν μπορούμε όμως να την χαρακτηρίσουμε σαν φωνή της συνείδησης, καθόσον αυτή η φωνή δεν κρίνει κανέναν, πόσο μάλιστα τον ίδιο τον ήρωα. Ο Χουλιαράς δεν μας λέει, επίσης, τίποτα σχετικά με την «διαπαιδαγώγιση» της ψυχής. Η ψυχή, για αυτόν, είναι ένα φυλακισμένο μωρό μέσα στον κάθε άνθρωπο από τη γέννηση ως το θάνατό του. Ένα μωρό που όλα τα αισθάνεται, υποφέρει αλλά δεν μεγαλώνει και δεν αναπτύσσεται. Μέσα του ο καθένας μας είναι τόσο μοναχικός, όσο και ο ήρωας του μυθιστορήματος, αλλά ο εξωτερικός μας λόγος, εάν επιχειρήσουμε να τον καταγράψουμε και να τον αναλύσουμε, δεν είναι λιγότερο χαοτικός και με την ίδια ευκολία μεταπηδά από το ένα θέμα στο άλλο.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος μοιάζει με τον Βούδα, που βλέπει την ίδια του την ψυχή. Αντιμετωπίζει μάλιστα, τα τρία «δηλητήρια» του βουδισμού: την άγνοια (αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται συχνά και αποκορύφωμά του είναι η αδυναμία του ήρωα να μάθει το αλφάβητο), τη λαγνεία (μπροστά στην οποία υποχωρεί, αλλά αυτή τον διαπερνά) και την οργή (πράγμα που φαίνεται ιδιαίτερα στο τέλος του μυθιστορήματος). Οι συναντήσεις του με τη νεκρή του μητέρα, πιθανότατα, θα πρέπει να εκληφθούν ως υπονούμενο μιας νέας γέννησης ή σαν κλήση αφύπνησης.

Κάποια στιγμή, ο ήρωας εγκαταλείπει τη δουλειά του και επιχειρεί απομακρυνθεί από τη ζωή, προκειμένου να διατηρήσει την καθαρότητα της παιδικής του ψυχής. Δεν αποδέχεται τις αισθηματικές απολαύσεις, στις οποίες επιχειρούν να τον εμπλέξουν σαρκάζοντάς τον και στρέφεται προς τα περιθωριακά στοιχεία, που από την εμφάνισή τους θυμίζουν σατύρους (μπροστά στα μάτια μας ζωντανεύει κάποιο αρχαίο αγγείο και παρατηρούμε μια διονυσιακή τελετή). Στο τέλος ο ήρωας, ουσιαστικά, πεθαίνει («δεν σηκώνεται») για τον κόσμο, αλλά δεν φθάνει και σε νιρβάνα. Καταλήγει σε μια βουδιστική κόλαση που δεν διαφέρει από τη ζωή στη γη. Ο κατάδικος, σαν βασιλιάς των δαιμόνων, τον ανακρίνει και στο αποκορύφωμα ο ήρωας του λέει το όνομά του. Με τον τρόπο αυτό δηλώνει «υπάρχω»! Και καταλαβαίνουμε ότι πετυχαίνοντας την τυπική απελευθέρωσή του από τη φυλακή-κόλαση, στερεί τον εαυτό του τη σωτηρία από τις παραισθήσεις του κόσμου και ξαναβυθίζεται στη σαμσάρα, παρότι το βασικό ερώτημα του υπαγορεύει και την απάντηση: «Κοιτούσε προς το μέρος μου, σαν να μην κοιτούσε τίποτα». Λέγοντας, όπως στην Οδύσσεια, «Είμαι ο Κανένας», ο Λούσιας θα μπορούσε να πετύχει το φως και τη νιρβάνα, αλλά δεν κατόρθωσε να απαρνηθεί το «εγώ» του.

Έτσι, το μυθιστόρημα του Χουλιαρά, δεν μας μιλά μόνο για την Ελλάδα. Όλα τα γεγονότα αποτελούν τη σκόνη των αιώνων και είναι παροδικά. Ακόμα και οι διαφορές ανάμεσα στους κομμουνιστές αντάρτες και την Χούντα, δείχνουν να μην έχουν σημασία, ειδικότερα για τους απλούς ανθρώπους, που βασανίζονται στην κυκλικότητα της σαμσάρα.

Ο κάθε αναγνώστης, αναμφίβολα, επιρρεάζεται από το λόγο του βασικού ήρωα και κλείνοντας το βιβλίο, για ένα διάστημα ακόμα, θα μιλά μέσα του με τον τρόπο αυτό. Ο λόγος νομίζω ότι είναι γιατί ο Χουλιαράς κατόρθωσε να κατανοήσει τη γραμματική του εσωτερικού μας λόγου και να δομήσει έτσι το κείμενο, που βοηθά τον άνθρωπο να βυθιστεί εντός του εαυτού του, έστω και για λίγο, να αποσπαστεί από τα μάτια του σώματος και να δει το «εγώ» του από απόσταση. Ο συγγραφέας, ασφαλώς, δεν μας προτείνει τρόπους σωτηρίας, ούτε αυτοθυσίας, αλλά δημιούργησε ένα φάρμακο για την απαλλαγή του ανθρώπου από τις παραισθήσεις, ένα φάρμακο που θα πρέπει να το πιούμε μονορούφι, ώστε να δούμε την αληθινή φύση αυτού του κόσμου, καταλήγει ο Ρώσος ιστορικός και καθηγητής της συγκριτικής θρησκειολογίας Αλεξάντρ Τκατσένκο.

———————————————————–

(*) Το μυθιστόρημα «Λούσιας» του Νίκου Χουλιάρα κυκλοφορεί στη Ρωσία από τη σειρά «Ελληνική Βιβλιοθήκη» των Εκδόσεων «O.G.I.» στο πλαίσιο του εκδοτικού προγράμματος που επιμελείται το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, στο πλαίσιο του Ελληνορωσικού Μνημονίου που είχε υπογράψει το 2017 η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου για την μετάφραση και έκδοση ελληνικήγς λογοτεχνίας στη Ρωσία και ρωσικής στην Ελλάδα. Την εφαρμογή του προγράμματος έχει αναλάβει το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, με τη φροντίδα και την επίβλεψη της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα.

Την επιμέλεια, τη μετάφραση και το σχολιασμό είχε αναλάβει η ελληνίστρια Ξένια Κλίμοβα, που λόγω της ακαδημαϊκής έρευνας στον χώρο του ελληνικού και του ευρύτερα βαλκανικού πολιτισμού, και σε συνδυασμό με τα άριστα ελληνικά της, ανταπεξήλθε άψογα στις  δυσκολίες της μετάφρασης έργων, όπως το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, «Ο Λούσιας» του Νίκου Χουλιαρά και η «Λωξάντρα» της Μαρίας Ιωαννίδου, που αναμένεται να κυκλοφορήσει στη Μόσχα πολύ σύντομα. Άλλωστε, ειδικά για τη μετάφραση του «Λούσια» η Ξένια Κλίμοβα επελέγη στη long list 74 μεταφραστών από σύνολο περίπου 2.500 υποψηφίων για το εθνικό μεταφραστικό βραβείο της Ρωσίας «Μαιτρ της λογοτεχνικής μετάφρασης» στην κατηγορία Πεζογραφία.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ:

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ “ΛΟΥΣΙΑ” ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ