ΚΟΝΤΡΑΜΠΑΝΤΟ, ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Από τη Μύκονο και την Τήνο, στην Αθήνα,  στο ΚΚΕ και την ΕΑΜική αντίσταση, από το Παρίσι στην Πολωνία και την Ανατολική Γερμανία, η Βαβούλα Σκούρα παρακολουθεί την πορεία της λογοτέχνιδας Μέλπως Αξιώτη, μέσω της τιανίας της “Κοντραμπάντο” που προβλήθηκε, χτες,  στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας.

Η ταινία “Κοντραμπάντο, Μία ταινία για τη Μέλπω Αξιώτη”, χαρακτηρίζεται από την ίδια τη σκηνοθέτη ως work in progress (έργο εν προόδω). Την επιλογή των κειμένων έκαναν οι Σπήλιος Αργυρόπουλος και Βαγγέλης Ιντζίδης. Η φωτογραφία είναι του Γιάννη Σαρηγιάννη και της Βαβούλας Σκούρα, η μουσική του Nίκου Παπαδογούλα, ενώ αφηγητές είναι οι Σπ. Αργυρόπουλος και Βάντα Τσέλιου.

Η Μέλπω Αξιώτη (1905-1973), ήταν αρχοντοπούλα, κόρη του Μυκονιάτη μουσικοσυνθέτη και τεχνοκριτικού Γεωργίου Αξιώτη και της αριστοκράτισας από την Αθήνα Καλλιόπης Βάρβαρη. Σε πολύ μικρή ηλικία, στα τρία της χρόνια, «σημαδεύτηκε» από το χωρισμό των γονιών της. Μεγάλωσε στη Μύκονο με τον πατέρα της, ο οποίος τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε την Μαρουλίνα Γρυπάρη, κόρη του πολιτικού Ιωάννη Γρυπάρη, με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, τον Πανάγο και τη Φρόσω. Το 1910 η μητέρα της παντρεύτηκε το Δημήτριο Ποσειδώνα.  Μετά το Σχολαρχείο της Μυκόνου, από το 1918 ως το 1922 μπήκε εσωτερική στη Σχολή Ουρσουλίνων της Τήνου. Το 1922 κατέβηκε στην Αθήνα και έζησε μαζί με τη μητέρα της και την ετεροθαλή αδερφή της Χαρούλα. Το 1925 παντρεύτηκε το θεολόγο και δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη με τον οποίο έφυγε για τη Μύκονο. Ο γάμος τους κράτησε τέσσερα χρόνια. Μετά το διαζύγιο επέστρεψε στην Αθήνα όπου προσπάθησε να ζήσει ξανά με τη μητέρα της αλλά οι δυσκολίες στη σχέση τουςτην οδηγούσαν σε συνεχείς μετακομίσεις. Το 1934 άνοιξε οίκο ραπτικής από κοινού με τη Βέτα Τσιτιμάτη. Η επιχείρηση λειτούργησε για ένα χρόνο, ενώ, παράλληλα, και ως το 1936 η Αξιώτη παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στη Σιβιτανείδιο Σχολή.

Το 1936 εντάχθηκε – και έμεινε εφ’ όρου ζωής – στο ΚΚΕ. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με το δικηγόρο Νίκο Αλεξίου με τον οποίο συνδέθηκε ερωτικά. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίζεται το 1933 με το διήγημα “Απ’ τα χτες ως τα σήμερα” που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Μυκονιάτικα Χρονικά” του Γιαννούλη Μπόνη.

Το 1938 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα “Δύσκολες Νύχτες” το οποίο, ένα χρόνο αργότερα τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Κατά την προπολεμική περίοδο ήρθε σε επαφή με τους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους και γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο, το Γιώργο Θεοτοκά, το Νίκο Καββαδία, τον Κλέωνα Παράσχο, το Γιώργο Σεφέρη, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη του ΕΑΜ και συνεργάστηκε στον παράνομο Τύπο, μαζί με τις Διδώ Σωτηρίου, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού και άλλες ελληνίδες της αντίστασης. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε τη συγγραφική και πολιτική της δραστηριότητα, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με το περιοδικό “Χαραυγή” (1946). Οι επικείμενες συνέπειες της αριστερής της δράσης την ανάγκασαν να καταφύγει το 1947 στη Γαλλία, από όπου συνέχισε να αγωνίζεται μέσω άρθρων σε περιοδικά και συμμετοχών της σε συνέδρια, λόγους και άλλες εκδηλώσεις του εκεί αριστερού κινήματος. Στη Γαλλία γνωρίστηκε με κορυφαίες μορφές της αριστερής διανόησης (Louis Aragon, Elsa Triolet, Paul Elyard, Andre και Alice Bonnard, Pablo Neruda κ.α.). Από το Παρίσι ξεκίνησε και η πορεία προς την πανευρωπαϊκή της καταξίωση ως λογοτέχνιδας με τη μετάφραση του μυθιστορήματός της “Εικοστός αιώνας”, αρχικά στα γαλλικά (1949) και στη συνέχεια στα γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά και πολωνικά. Το 1950 διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική προκάλεσε αναχώρηση της Αξιώτη για την Ανατολική Γερμανία, στα πλαίσια ομαδικής απέλασης 90 ατόμων. Από τη Δρέσδη όπου έζησε ως το τέλος του έτους συνέχισε τη δράση της, ενώ συνεχίστηκαν οι δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων της στις ευρωπαϊκές χώρες. Το Νοέμβρη του 1951 εγκαταστάθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ασχολήθηκε με την αρθρογραφία και τη λογοτεχνική μετάφραση και πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, στα πλαίσια του οποίου γνωρίστηκε με το Ναζίμ Χικμέτ. Το 1952 μετακόμισε στη Βαρσοβία και εργάστηκε σε ελληνική εκπομπή του εκεί ραδιοφωνικού σταθμού μετά από πρόσκληση του Λευτέρη Μαυροειδή. Στη Βαρσοβία έζησε ως το 1955 με μια ενδιάμεση επίσκεψη στη Μόσχα λόγω επιδείνωσης της χρόνια κλονισμένης από βρογχίτιδα υγείας της. Το 1956 επέστρεψε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου, ως το 1964, δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Humboldt, Νέα Ελληνικά και Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Το Δεκέμβρη του 1964 μπόρεσε να επισκεφθεί την Ελλάδα και το 1965 επαναπατρίσθηκε. Έζησε ολομόναχη, με τη φροντίδα λίγων φίλων, σε μια πανσιόν στην οδό Ηρακλείτου, μεταφράζοντας διηγήματα του αγαπημένου της Τσέχοφ. Μέχρι να αρχίσει η μνήμη της να την εγκαταλείπει, υπό τη συνεχή παρότρυνση του Ρίτσου ολοκλήρωσε την «Κάδμω», ένα πεζογράφημα που πρόβαλε τα του βίου της μιλώντας για την εγκατάλειψη, τη φθορά, τον θάνατο. Πάμφτωχη και βαριά άρρωστη, η Μέλπω Αξιώτη πέθανε στις 23/5/1973 και κηδεύτηκε με δαπάνη της εκδότριάς της Αθηνάς Καλλιανέση (Κέδρος). Η είδηση του θανάτου της δεν πέρασε στις εφημερίδες της εποχής.