ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΠΟΝΤΩΝ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

(Πάει καιρός από τότε που αφεθήκαμε να μας παρασύρουν τα λόγια ομιλητή, σε δρόμους και μονοπάτια αγαπημένα, να γευτούμε ένα λόγο φρέσκο και τις λέξεις όχι επιτηδευμένα στη σειρά με άρτια σύνταξη, αλλά παρατεταγμένες αβίαστα, με φυσικότητα και αληθινή αγάπη για το θέμα που πραγματεύονται. Ήταν η παρουσίαση που έκανε ο Νικόλας Νικολαΐδης, για το βιβλίο του Αλέξανδρου Μασσαβέτα «Κωνσταντινούπολη, Η πόλη των απόντων», την περασμένη Δευτέρα, το βράδυ, στο Πνευματικό Κέντρο του Παλαιού Φαλήρου. (http://www.facebook.com/pages/Anyte/327354943950102?sk=wall). Γεννήθηκε στη γενέτειρα της γιαγιάς μου, στην Πόλη, ήρθε μικρό παιδάκι στην Αθήνα και τώρα είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζητήσαμε την εισήγησή του να τη δημοσιεύσουμε στην ΑΝΥΤΕ για να μοιραστούμε μαζί σας μια εξαιρετική προσέγγιση του βιβλίου «Κωνσταντινούπολη, η Πόλη των Απόντων» του Αλέξανδρου Μασσαβέτα, από έναν νέο επιστήμονα που κατέχει την ελληνική γλώσσα και τη διαχειρίζεται με ήθος και συνέπεια. ( Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο του Ν. Νικολαΐδη, είναι από το βιβλίου του Α. Μασσαβέτα και της ΑΝΥΤΕ από πρόσφατο ταξίδι στην Πόλη).

ΕΛ.ΓΑ.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΠΟΝΤΩΝ

του Νικόλα Νικολαΐδη (*)

(Π. Φάληρο, 2 Απριλίου 2012)-Γεννήθηκα στην Πόλη ένα κρύο χειμώνα του 1984 και μέσα σε πέντε χρόνια φύγαμε με την οικογένειά μου για την Ελλάδα, με τα ονόματα μας να συμπληρώνουν την μακριά λίστα των απόντων. Οι γονείς μου άφησαν την Πόλη που μεγάλωσαν για μια άλλη πόλη που δεν έγινε ποτέ δική τους. Μετακομίσαμε στην Αθήνα αλλά δεν ζούσαμε σε αυτήν, ο μικρόκοσμός μας ήταν η αποικία των Κωνσταντινουπολιτών στο Φάληρο. Στις συναντήσεις και στα ατελείωτα φαγοπότια όλοι μιλούσαν για την Πόλη. Στα λόγια τους, με ένα παράξενο τρόπο, η νοσταλγία μπλέκονταν με την αδιαφορία για αυτό που άφησαν πίσω.

Η βιβλιοθήκη μας ήταν γεμάτη με βιβλία που κατέγραφαν την Belle Époque της Κωνσταντινουπολίτικης Ρωμιοσύνης. Κείμενα που μιλούσαν για μεγαλοαστικές οικογένειες του Φαναριού και του Πέρα πλαισιωμένα με φωτογραφίες αστικών μεγάρων, νεομπαρόκ εκκλησιών και εξοχικών επαύλεων στα Πριγκηπόνησα με χορταριασμένους κήπους. Οι συγγραφείς των βιβλίων αυτών πλάθουν την ελεγεία της Ρωμαίικης μεγαλοαστικής τάξης, οι μεροκαματιάρηδες και τα λαϊκά στρώματα περνάνε στα ψιλά ενώ υπάρχουν κάποιες σκόρπιες αναφορές σε Εβραίους, Αρμένιους και Μουσουλμάνους. Μια μη εσκεμμένη διαστρέβλωση του παρελθόντος που βόλευε όλους και πρωτίστως τους ίδιους τους Ρωμιούς που έγιναν όλοι μέτοχοι μιας μεγαλοαστικής κληρονομιάς και έντυσαν την παρακμή τους με τα μεγαλεία του παρελθόντος.

Ταυτόχρονα στη δημόσια ιστορία το στερεότυπο που συνοδεύει Πολίτες και Μικρασιάτες είναι αυτό του θύματος. Η Σμύρνη κάνει την εμφάνισή της μόνο όταν καταστρέφεται ενώ οι Κωνσταντινουπολίτες έχουν ταυτιστεί με τις διώξεις που υπέστησαν (Σεπτεμβριανά, Απελάσεις) κατά τον ίδιο τρόπο οι Έλληνες Εβραίοι έχουν συνυφανθεί με το Ολοκαύτωμα. Παράλληλα η σχολική ιστορία ήταν στην ουσία διπλωματική ιστορία. Κοινωνιολογικές ή οικονομικές σπάνιζαν ή ακόμα πιο συχνά απουσίαζαν. Οποιεσδήποτε τοπικές ιδιαιτερότητες δεν είχαν θέση στα σχολικά εγχειρίδια. Το γεγονός αυτό έκανε ακόμα πιο δύσκολο για τους συμμαθητές μου να κατανοήσουν ότι ένας Έλληνας έχει γεννηθεί στην Τουρκία. Σε μια κοινωνία που δυσκολεύονταν να χωνέψει την όποια διαφορετικότητα τα παιδιά των Κωνσταντινουπολιτών προτίμησαν την αφομοίωση από την «μεγαλοπρεπή απομόνωση» που είχαν επιλέξει οι γονείς τους.

Η βαρετή μονοτονία του εθνικισμού κούρασε και η ελληνική κοινωνία ξεκίνησε να αναμοχλεύει το παρελθόν της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναθεώρησης της ιστορίας η λέξη «πολυπολιτισμικότητα» κάνει την εμφάνισή της. Ο κοσμοπολιτισμός των μεγάλων αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Σμύρνης, Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινούπολης έρχεται να εξισορροπήσει τον μέχρι τότε χαρακτηρισμό τους αποκλειστικά και μόνο ως «κέντρα του Ελληνισμού». Οι μεγάλες λεβαντίνικες οικογένειες της Σμύρνης παρελαύνουν στο βιβλίο του «Giles Milton Paradise Lost: Smyrna 1922» ενώ το «Salonica, city of Ghosts» του Mark Mazower, «θυμίζει» στο ελληνικό κοινό ότι η συμπρωτεύουσα υπήρξε κάποτε madre d’ Israel προτού γίνει η μεγάλη φτωχομάνα. Για τα φαντάσματα μια άλλης πόλης έρχεται να μας μιλήσει ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας. Στο βιβλίο του «Κωνσταντινούπολη, Πόλη των Απόντων» ο συγγραφέας βάλθηκε να μαζέψει όλες εκείνες τις ψηφίδες που βρίσκονται διασκορπισμένες στην χαοτική μεγαλούπολη της Ιστάνμπουλ και κάποτε συνέθεταν το πολύχρωμο μωσαϊκό της πολυπολιτισμικής και κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας των Οθωμανών.

Σαν τους ευρωπαίους περιηγητές καιρών αλλοτινών περιδιαβαίνει σε όλες τις γειτονιές της Πόλης για να ανακαλύψει κτήρια και κατοίκους ενώ ταυτόχρονα βουτά βαθιά και στη βιβλιογραφία, σε έργα ιστορικά, γραπτές και προφορικές πηγές και στη λογοτεχνία. Με υποσημειώσεις παραπέμπει σε όλες του τις πηγές φλερτάροντας επικίνδυνα με την επιστημονικότητα. Μιλά για την κληρονομιά του παρελθόντος κριμένη σε σοκάκια και ξεχασμένη. Βυζαντινές εκκλησίες που χάσκουν σαν νεκρά κουφάρια απογυμνωμένες από τα μωσαϊκά και τις ορθομαρμαρώσεις τους αλλά και οθωμανικά χάνια γεμάτα ζωή, με έμπορους και μικροβιοτέχνες να συνωστίζονται στα πέτρινα τους δωμάτια.

Μαζί του ανακαλύπτουμε βυζαντινά παλάτια, μέγαρα αστών με μόνους κατοίκους ποντίκια και φαντάσματα και αστικές κατοικίες στους πρόποδες του λόφου της Μεγάλης Σχολής όπου στριμώχνονται πολυμελείς οικογένειες μεταναστών από την Ανατολία. Οι νέοι ένοικοι των οικιών αυτών σύντομα θα εκδιωχθούν ακολουθώντας την μοίρα των παλιών καθώς η μητροπολιτική δημαρχεία σκοπεύει να εφαρμόσει στην περιοχή ένα από τα φημισμένα και αμφιλεγόμενα προγράμματα αστικής ανάπλασης. Τα σπίτια θα κατεδαφιστούν για να αντικατασταθούν από σύγχρονες και αμφιβόλου αισθητικής ρεπλίκες με όλες τις σύγχρονες ανέσεις, τα χάνια ακολουθούν και αυτά υποψηφία θύματα του εκσυγχρονισμού για να μετατραπούν σε πολυτελή ξενοδοχεία δίνοντας τέλος σε έναν τρόπο χρήσης των κτηρίων αυτών, απαράλλακτου εδώ και αιώνες. Η ιστορία πέφτει για μια ακόμη φορά θύμα του εκσυγχρονισμού. Κατά τον ίδιο τρόπο κατά την δεκαετία του 1870 ο σιδηρόδρομος σαρώνει τα ιστορικά κτήρια που εμποδίζουν την χάραξη των γραμμών χωρίς να κάνει διακρίσεις, μαζί με τα βυζαντινά τείχη και ανάκτορα κατεδαφίζονται και πολλά οθωμανικά μνημεία κυρίως επαύλεις πασάδων και τουρμπέδες.

 

Ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας όμως δεν ανακαλύπτει μόνο κτήρια ούτε συνομιλεί μόνο με φαντάσματα που όσοι έχουν επισκεφθεί την Πόλη ξέρουν πόσο φλύαρα μπορούν να γίνουν αλλά ανακαλύπτει τα ζωντανά απομεινάρια του οθωμανικού παρελθόντος που κατάπιε ο εθνικισμός και ο εκσυγχρονισμός. Στις συναγωγές του Μπαλάτ τον συνοδεύει η τελευταία Εβραία κάτοικος της περιοχής, η Κορίν Σουριάνο. Αρμένιοι αργυροχρυσοχόοι που εργάζονται στα Οθωμανικά χάνια επιδεικνύουν με περηφάνια τα αντικείμενα που παράγουν στα εργαστήριά τους: πολλά από αυτά προορίζονται για το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ασημένιες εικόνες της Παρθένου φιλοτεχνημένες από χέρια Τούρκων και Κούρδων μαθητευόμενων.

Και οι αντιθέσεις δεν σταματούν εκεί. Λεβαντίνες γιαγιάδες που τώρα ζουν στο γηροκομείο της καθολικής κοινότητας μιλούν μαζί του στα ρωμαίικα τα οποία δεν μπορούν να γράψουν παρά μονάχα με λατινικούς χαρακτήρες, τα γνωστά φραγκοχιώτικα (πρόδρομο των σημερινών greeklish των νεαρών Ελλήνων χρηστών του internet).

Οι γιαγιάδες ενός άλλου γηροκομείου τον αποχαιρετούν τραγουδώντας «Έχε γεια, πάντα γεια πάντα γεια, τα μιλήσαμε, όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε». Αλλά και πάλι δεν πρόκειται για Ρωμιές, το πιο γνωστό ελληνικό τραγούδι της Πόλης από τα χείλη Σεφαραδιτισσών (Ισπανόφωνων Εβραίων) γιαγιάδων. Ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση προκαλούν τα ελληνικά ονόματα και επώνυμα των Ρωμανιωτών, των ελληνόφωνων Εβραίων – Πολυχρόνης, Σταματούλα, Διαμαντούλα, Σοφία, Ζωή, Σενιορούλα, Αξιώτης, Αφεντόπουλος, Γιαννίτσης, Δαμασκηνός, Ιωαννίδης, Καντιώτης.

Τα κλειδιά της ρωσικής εκκλησούλας που βρίσκεται σκαρφαλωμένη στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας του Πέρα κρατούσε η Μαντάμ Αλιεξάντρα, ελληνόφωνη και αυτή, που γεννήθηκε στην Πόλη ως υπήκοος του Τσάρου και πέθανε πριν από τρία χρόνια. Οι ήρωές του είναι Ρώσοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Λεβαντίνοι, Ρωμιοί, μιλούν τούρκικα, ρωμαίικα, γαλλικά, ισπανοεβραίικα αλλάζουν από τη μία γλώσσα στην άλλη ή τις μιλούν όλες μαζί ταυτόχρονα μπολιάζοντας μια πρόταση στα ρωμαίικα με αρκετές τουρκικές λέξεις και πασπαλίζοντας την με κανά δύο γαλλικές με αποτέλεσμα αυτήν την τόσο γοητευτική κωνσταντινουπολίτικη Creole. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι όλοι μεγαλοαστοί, είναι όμως αναμφισβήτητα κοσμοπολίτες. Μέλη μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας με μια κοσμοπολίτικη αντίληψη που επιφέρει η εξοικείωση με την παρουσία του άλλου και η αποδοχή του ως διαφορετικού. Στο βιβλίο της Thea Halo «Ούτε το όνομά μου» η μητέρα της περιγράφει μια μουσουλμανική κηδεία που λαμβάνει χώρα στο απέναντι χωριό. Αναφέρεται σε ένα γεγονός που ως παιδί της είχε κάνει εντύπωση και το είχε βρει παράξενο, η λέξη παράξενο ταυτίζεται με το διαφορετικό χωρίς να αποκτά μια αρνητική έννοια.

Το βιβλίο αυτό μιλά για την Πόλη των απόντων αλλά και για αυτούς που αναπλήρωσαν το κενό όσων έφυγαν. Ο συγγραφέας περιδιαβαίνει τα στενά της παλιάς πόλης που έχει παραδοθεί στους εσωτερικούς μετανάστες. Οι εικόνες που μας περιγράφει δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της Κωνσταντινούπολης ως πόλης σχιζοφρενικής. Appartements με περίτεχνες προσόψεις και οροφογραφίες στα ταβάνια φιλοξενούν τώρα πολυμελείς οικογένειες μεταναστών από την Ανατολία, τα πόδια των παιδιών κρέμονται από τις σιδεριές των παραθύρων, γυναίκες κουτσομπολεύουν στις εισόδους των κτηρίων ενώ οι άνδρες εργάζονται σε κάποιο από τα χάνια. Οι «λευκοί Τούρκοι» αποφεύγουν αυτές τις γειτονιές και απεχθάνονται τον τρόπο ζωής των κατοίκων τους που για αυτούς αποτελεί ένα μελανό σημείο για την εικόνα της σύγχρονης εκδυτικισμένης χώρας που θέλουν να προβάλουν. Κατά έναν παράδοξο τρόπο αναπολούν τους πρότερους κατοίκους των γειτονιών αυτών, όσοι θυμούνται τουλάχιστον, καθώς οι εθνικιστικές πολιτικές του τουρκικού κράτους έχουν καταφέρει να διαγράψουν από την συλλογική μνήμη των νεότερων γενεών την κληρονομία των «άλλων».

Και μέσα από το βιβλίο αυτό τίθεται το ερώτημα τί αποτελεί μέρος της δικής μας κληρονομιάς και τί μέρος της κληρονομιάς του άλλου; Μήπως τελικά κοιτώντας πίσω σε αυτό το πολυπολιτισμικό χαρμάνι της Αυτοκρατορίας του οίκου του Οσμάν όλες αυτές οι εθνοτικές ομάδες που για χρόνια συμβίωναν βρίσκουν στην παρουσία του «άλλου» ένα κομμάτι της δικής τους ταυτότητας; Το βιβλίο αυτό είναι ένα εργαλείο κατά της μνημοκτονίας της αποσιώπησης δηλαδή της παρουσίας του «άλλου»   και αποτελεί ένα αντίδοτο στην αλλεργία στη μνήμη που οι εθνικιστικές πολιτικές ελίτ επέβαλαν σε Ελλάδα και Τουρκία.