10 ΧΡΟΝΙΑ XΡΕΙΑΣΤΗΚΕ Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ “ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ”

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Κείμενο του Ιππόλυτου Χαρλάμωφ για τη μετάφραση του “Άξιον Εστί”

“Ξαναδιαβάζω τη μετάφρασή μου, απορημένος. Μου πήρε δέκα χρόνια να μεταφράσω το “Άξιον Εστί” του Ελύτη. Τόσα χρόνια πολιορκούσαν οι Αχαιοί την Τροία, τόσα χρόνια θαλασσοπνιγόταν ο Οδυσσέας προσπαθώντας να φτάσει στην Ιθάκη. Το κείμενο της μετάφρασης δεν έχει πλέον καμία απολύτως σχέση με τις πρώτες μου σημειώσεις, δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος από αυτές· εκτός, μάλλον, από τη νεανική μου έμπνευση, με την οποία είχα ριχτεί — μόλις εικοσιτριάχρονος! — μέσα στο λαβύρινθο του ελυτικού λόγου. Εκείνη η πρώτη μου έφοδος αποκρούστηκε αστραπιαία και πολύ σκληρά. Δεν τα κατάφερνα. Καταλάβαινα ο ίδιος ότι δεν μπορώ να αποδώσω σωστά το ύφος του ποιητή, ότι η φωνή μου φαλτσάρει, ότι χάνω πολλές, αν όχι τις περισσότερες, από τις λεπτές, σχεδόν άπιαστες έννοιες, ότι δεν είμαι ικανός να ανταποκριθώ με βεβαιότητα και αυθορμητισμό στην ποιητική του Ελύτη.

Περνούσαν χρόνια, και όσο ωρίμαζε η σκέψη μου, όσο ανακάλυπτα και εξερευνούσα τον πνευματικό και υλικό πολιτισμό της Ελλάδας, όσο προσπαθούσα να κατανοήσω και ζήσω τα τοπία της, τη λαϊκή της παράδοση, την αρχιτεκτονική της και τη λογοτεχνία της, το κείμενο του ποιήματος γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο, σαν να ήμουν συντηρητής έργων τέχνης που καθάριζε, αργά και προσεκτικά, μια παλιά μαυρισμένη εικόνα. Δεν θα είναι ούτε ψέμα ούτε υπερβολή αν πω ότι η φύση και ο υλικός πολιτισμός έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο σε αυτήν την διαδικασία. Δεν θα είχα βρει τα σωστά λόγια αν δεν είχα περπατήσει πολλά χιλιόμετρα στα απότομα ορεινά μονοπάτια της Ηπείρου και του Όλυμπου, αν δεν είχα δει με τα δικά μου μάτια εγκαταλελειμμένα χωριά της Κοζάνης, αν δεν είχα κρατήσει στα χέρια μου τουφέκια του 1914 και του 1940 που ακόμα τα φυλάνε οι παλιοί… Η συνείδησή μου έπρεπε να υποστεί κάτι σαν αλχημική μετουσίωση για να μπορέσω να “μεταμοσχεύσω” την ελυτική ποιητική στη ρωσική γλώσσα. Δεν είμαι σε θέση να κρίνω το έργο μου, αλλά έκανα τα αδύνατα δυνατά για να το εκπονήσω.

Το Άξιον Εστί είναι, πρώτα απ ́ όλα, μεταφυσικό ποίημα. Ένα ποίημα μυστηριακό για τα πάθη του ανθρώπου και του Θεανθρώπου και για την ευδαιμονία μιας ηρωικής ψυχής που έχει νικήσει τον θάνατο και ενώνεται με την αρμονία του σύμπαντος. Συγχρόνως, είναι και ιστορικό ποίημα· ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά έργα που έχουν γραφτεί για τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, αν όχι το σημαντικότερο. Τέλος, είναι μια επιτυχημένη προσπάθεια του ποιητή να συνοψίσει τις αξίες και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εθνικού χαρακτήρα σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του και να δημιουργήσει μια διαχρονική και πανελλήνια μυθοποιητική γλώσσα, στα πλαίσια της οποίας θα είχαν λυθεί όλες οι μακροχρόνιες διαμάχες — μεταξύ του λόγιου και του λαϊκού, μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος, μεταξύ της αρχαίας θρησκείας και του Χριστιανισμού.

Η λογοτεχνική κριτική πάντοτε υπογράμμιζε το πατριωτικό στοιχείο του “Αξιον Εστί”. Είναι, πράγματι, θεμελιώδες. Αλλά το νόημα του ποιήματος δεν περιορίζεται σε αυτό, και θα ήταν μεγάλη αδικία αν προσπαθούσε κάποιος κριτικός, Έλληνας ή μη, να ερμηνεύσει το “Άξιον Εστί” ως υπόδειγμα πολιτικού κηρύγματος που φόρεσε, για καθαρά εκφραστικούς λόγους, λευκά ιμάτια του μυστικισμού. Μια τέτοια ερμηνεία όχι μόνο θα υποβάθμιζε τη μεγαλοφυΐα του ποιητή, αλλά θα ερχόταν σε αντίθεση και με την ίδια την αρχιτεκτονική του έργου του. Πλασμένο από συγκρίσεις, μεταφορές και παρομοιώσεις, με τη σύνθεσή της να αποτελεί κι αυτή μια μεγάλη παρομοίωση — με τη Θεία Λειτουργία — όπου η Ελευθερία και η πατρίδα είναι δύο από τις πολλές υποστάσεις της θηλυκής θεϊκής ενέργειας, ενώ ο εκτελεσμένος νεαρός αντιστασιακός γίνεται ένα με τον σταυρωμένο Χριστό, το έργο αυτό είναι ένα μορφοκλασματικό σύνολο, ένα φράκταλ, και δεν υπάρχει μέσα του ούτε ένα στοιχείο που να μην προσπαθεί να ενωθεί με το συμπαντικό καί πανανθρώπινο αρχέτυπό του. Αυτό ισχύει και για τον ελληνικό εθνοπολιτισμικό χώρο, όπως τον απεικονίζει ο ποιητής, με τις στεριές του και τις θάλασσές του, με τη γλώσσα του, με τις παραδόσεις του και με τις αξίες του. Στην ουσία, ο χώρος αυτός λειτουργεί στο ποίημα ως ένα ακόμα imago mundi και καταλαμβάνει στην ιεραρχία των πανομοιότυπων αντιαγράφων του κόσμου, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς το μέγεθος, τη θέση ανάμεσα στον μικρόκοσμο της ανθρώπινης υπάρξης και το απέραντο του Σύμπαντος.

Και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι αυτή η ποιητική μέθοδος του Ελύτη έχει τόσο οικουμενικό χαρακτήρα που ο Ρώσος αναγνώστης εύκολα, μπορεί και αυτόματα, θα αναγνωρίσει στη δική του πατρίδα όλα όσα λέγονται στο “Άξιον Εστί” για την Ελλάδα. Μπορώ να το θέσω κι αλλιώς· ο αναγνώστης αυτός θα ανακαλύψει στη μορφή της πατρίδας του μια άλλη Ελλάδα, — ή, όπως είχε πει ο Ελύτης σε ένα άλλο αριστούργημά του, το “Άσμα ηρωικό και πένθιμο…”, μια “αδελφούλα Ελλάδα”, — που είχε κι αυτή εκτελεσμένους Λεφτέρηδες και “νέους με πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες”. Θα θυμηθεί ότι και η δική του πατρίδα έχει θεμέλια στα βουνά όπου καίει η άκαυτη βάτος της μνήμης. Δεν ξέρω αν το είχε σκεφτεί ο ίδιος ο ποιητής. Αλλά η βαθιά, έντονη και σταθερή πίστη μου στη γενετική σύνδεση όλων των πολιτισμών, στην πανάρχαια συγγένεια τους, ήταν για μένα ένα από τα βασικά κίνητρα να εκπονήσω αυτό το έργο.”

 

Ιππόλυτος Χαρλάμωφ – Θεσσαλονίκη-Αγία Πετρούπολη, Σεπτ. 2019