Η “ΑΛΚΗΣΤΗ” ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΟΧΑΝ ΣΙΜΟΝΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη, 2/7/22

φωτό: anyteart, / Πάτροκλος Σκαφιδάς  AEF 2022 AthenspidaurusFestival

Ήταν μια υποτονική έναρξη, η χθεσινή του Φεστιβάλ Επιδαύρου 2022. Χωρίς κυβερνητικές εμφανίσεις – ευτυχώς !- μ’ ένα κοινό που ο μέσος όρος ηλικίας άγγιζε τα 70 και με εμφανέστατη την πλήρη απαξίωση του 70χρονου πλέον φεστιβάλ αρχαίου δράματος από τους νέους ηλικίας μεταξύ 20-30 ετών. Πόσο μάλλον όταν η πρώτη παράσταση είναι ένα σπάνια παιζόμενο έργο, η «’Αλκηστη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιόχαν Σίμονς, ο θίασος του γερμανικού θεάτρου Schauspielhaus Bochum ακόμα πιο άγνωστος και οι οικονομικές δυνατότητες μετάβασης στην Επίδαυρο συν το αντίτιμο του εισιτηρίου όλο και πιο περιορισμένες, σε καθημερινή βάση.

Ήταν μια παράσταση περισσότερο για εξοικειωμένους με τις πρωτοπόρες εφαρμογές τέχνης και τεχνικής (φωτισμό, μουσική επέμβαση στο χώρο), για ένα κοινό ανοιχτό στις ερμηνείες και στην κίνηση του ανθρώπινου σώματος επί σκηνής. Μια σκηνογραφία (Johannes Schütz) που άγγιξε ακόμα και τα φυλλώματα των δέντρων πίσω από την ορχήστρα, γέμισε την οπτική τν θεατών με μεγενθυμένες ψηφιακές προτάσεις και μια σκηνοθεσία, βασισμένη στη διασκευή της καναδής ποιήτριας Ανν Κάρσον και στη δραματουργία της Susanne Winnacker, με σκηνοθέτη τον Γιόχαν Σάϊμον, ανέδειξαν έναν καλοδουλεμένο θίασο ηθοποιών και μας έδωσαν τα γνώριμα πλέον καθοριστικά στοιχεία της δουλειάς του: τη μουσική (εκκλησιαστικό όργανο υπήρχε επί σκηνής καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης) εδώ, από την “Άλκηστη”, την όπερα του Γκλουκ, μεταγραμμένη από τον βέλγο συνθέτη Steven Prengels και κομμάτια ποπ μουσικής και στίχους ανάμεσα στη δράση, επιλογή που άλλους θεατές προκάλεσε και άλλους συνεπήρε.

ερχόμαστε ως νομάδες, ως νομάδες που περιπλανιούνται σ΄ αυτόν τον τόπο και σ’ αυτό το κείμενο, πάνω σ΄ αυτή τη σκηνή, καθόμαστε για λίγο και μετά φεύγουμε ξανά- κι ερχόμαστε εν ειρήνη”- γράφει ο Γιόχαν Σίμονς στο περιεκτικό σημείωμά του για το έργο που το προσδιορίζει ως “ένα από τα πιο σκληρά και ταυτόχρονα ιλαρά κείμενα για την ανθρώπινη αποτυχία, τα όρια της κατανόησης, τις παρεξηγήσεις, τις λανθασμένες αποφάσεις και τις (;) απρόβλεπτες εξελίξεις.

Για το “ειρωνικό δράμα” ο ίδιος, στην “Άλκηστη”, έστησε έναν αυτοσχέδιο καταυλισμό στο πίσω μέρος της ορχήστρας για να αφηγηθεί την ιστορία:

Μια γυναίκα, η Άλκηστη, σύζυγος του Άδμητου και βασιλιά των Φερών στη Θεσσαλία, θυσιάζει τη ζωή της για να σώσει τη ζωή του άντρα της τον οποίο έχει καταδικάσει η θεά Άρτεμις επειδή εκείνος αμέλησε τα προγαμιαία τελετουργικά την ημέρα του γάμου του. Για να επισημάνει το μοιραίο τέλος που του επιφυλάσσει η θεά γέμισε με φίδια την κρεβατοκάμαρα των νεονύμφων προμηνύοντας έτσι το τέλος του ασεβούς βασιλιά. Ο Απόλλωνας, ο δίδυμος αδελφός της, τιμωρημένος από το Δία για δικό του παράπτωμα, εργάζεται ως βοσκός για τον Άδμητο και τον έχει συμπαθήσει. Είναι εκείνος που πείθει τις Μοίρες να του χαρίσουν τη ζωή με τον όρο να βρεθεί κάποιος που θα ήταν πρόθυμος να πεθάνει στη θέση του. Δεν προσφέρεται κανείς, ούτε καν οι γονείς του, παρά μόνο η σύζυγός του, η Άλκηστη.

Θρήνοι, διαπραγματεύσεις, διαφωνίες· ποιός δεν φοβάται να πεθάνει, ποιός δικαιούται περισσότερο να ζήσει. Η Άλκηστη αποχαιρετά συντετριμένη σύζυγο και παιδιά, εγκαταλείπει τη σκηνή μετά από ένα έντονο one woman’s show με χορό και τραγούδι – “που έκαναν τις πέτρες ν΄αντηχούν” και μία θεατή -μόνο μία- να φωνάξει “αίσχος” προκαλώντας την επίπληξη του κοινού –  και βλέπουμε την ηρωίδα να εισέρχεται στο φέρετρο της νεκροφόρας που έχει σταθμεύσει στο χώρο πέρα από την ορχήστρα. Όταν ο Ηρακλής έρχεται στο παλάτι των Φερών, μη γνωρίζοντας τί είχε συμβεί και μαθαίνει για τη θυσία, κατεβαίνει στον Άδη και φέρνει πίσω την Άλκηστη που χωρίς κραυγές και διαχυτικότητες γίνεται δεκτή από τους δικούς της.

Οι διάλογοι, άλλοτε ήρεμοι και συγκινητικοί, κι άλλοτε σφοδρότατοι με εντάσεις και χειροδικίες όπως εκείνος του Άδμητου με τον πατέρα του, διακρίνονταν για τη σταθερή χωρίς πόζες και στόμφο εκφορά του λόγου. Απόλαυση τα μέλη του χορού με τις τέσσερις χορωδούς (σοπράνο και άλτο) που συνόδευαν το εκκλησιαστικό όργανο. Τα χρώματα διάχυτα κάθε τόσο στο χώρο μας έδειξαν τις απεριόριστες δυνατότητες αυτού του μοναδικού αρχαίου θεάτρου να υποδεχτεί ή να αναδείξει αλλά και να απορρίψει τις παρεμβάσεις κάθε καλλιτεχνικού δημιουργού. Στην περίπτωση του Γιόχαν Σίμονς η Επίδαυρος φάνηκε φιλόξενη και γενναιόδωρη.

“Το χορικό ως αυτόνομη μουσική μορφή ενός νέου Χορικού Θεάτρου, αλλά και ο μονόλογος καθώς εξελίσσεται με τους όρους της σημερινής περφόρμανς αποτέλεσαν τη βάση πολλών “μουσικών” παραστάσεων του Γιόχαν Σίμονς οι οποίες εκτυλίχθηκαν κυρίως μέσα σε ειδικούς αναπάντεχους χώρους “ –γράφει η θεατρολόγος, κριτικός θεάτρου Ελένη Βαροπουλου, σε κείμενό της με τίτλο “Μια ποιητική του τραγικού χώρου με τον τρόπο του Γιόχαν Σίμονς” που περιλαμβάνεται στο συνοπτικό καλαίσθητο πρόγραμμα της “Άλκηστης”.

“Η ομάδα Hollandia –συνεχίζει – που δημιουργήθηκε στη δεκαετία του ’80 από τον Σίμονς υπήρξε από το 1985 κι ύστερα ένας παραδειγματικός και πρωτοπόρος ολλανδικός θίασος, με θεατρικές επεμβάσεις σε άδεια εργοστάσια, αγροκτήματα, γέφυρες σε αυτοκινητόδρομους, παλιά ναυπηγεία, υπόστεγα αεροδρομίων εγκαταλελειμένα θερμοκήπια , ψαραγορές, σφαγεία, εκκλησίες. Σε χώρους που όχι μόνο δημιουργούνταν «ιστορίες» για το ίδιο το αρχιτεκτόνημα και τις αλλοτινές χρήσεις του, για την ιστορία της τοποθεσίας, αλλά και στέγαζαν ένα απρόσμενο ευμετάβλητο θεατρικό συμβάν. Μια παράσταση, δηλαδή, στην οποία πρωταγωνιστούσαν εκτός από τους ηθοποιούς, οι υλικότητες κάθε πράγματος και τα φτωχά υλικά, οι ζωντανοί ήχοι, η μουσικότητα αυτή καθαυτή, και οι ίδιοι οι θεατές, σε ένα θέατρο της κατάστασης…»

Να θυμίσουμε ότι η παράσταση της «Άλκηστης» είναι συμπαραγωγή του Schauspielhaus Bochum και του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου. Στο Φεστιβάλ Αθηνών o Σίμονς έχει ξανάρθει (2002 «Βάκχες», 2009 «Καζιμίρ και Καρολίνα»).