Η ΜΝΗΜΗ, Η ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΜΑΣΗΜΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ιππόλυτος Χαραλαμπίδης (*)  28. 4. 2021

Την ώρα που οι σχέσεις μεταξύ Δύσης-Ρωσίας βιώνουν την πιο βαθιά κρίση από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μια ρωσόφωνη συγγραφέας, η Μαρία Στεπάνοβα, μπαίνει στη βραχεία λίστα του βραβείου Booker 2021 με το βιβλίο της “Εις μνήμην της Μνήμης”. Σύμφωνα με την ίδια, το βιβλίο αυτό, το “έργο της ζωής της”, αποτελεί φόρο τιμής στις ρίζες της και ταυτόχρονα μια έρευνα του φαινομένου της μνήμης. Η υποδοχή του βιβλίου στη Ρωσία το 2017 ήταν αμφιλεγόμενη, με θερμούς επαίνους από όλους σχεδόν τους λογοτεχνικούς κριτικούς της πρωτεύουσας και πολύ μικρή έως ανύπαρκτη ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό. Πριν από έναν μήνα, όταν το έργο της Στεπάνοβα μπήκε στη μακρά λίστα του Booker, ο Βλαντισλάβ Τολστόφ, συγγραφέας και δημοσιογράφος, είπε χαρακτηριστικά: “Αν δεν ηταν το Booker, δεν θα το θυμόταν κανείς σήμερα αυτό το βιβλίο. Αν και δεν είναι άσχημο.”
Θα ήταν όμως αφελές να πιστέψουμε ότι ένας θεσμός σαν αυτός των βραβείων Booker—και μάλιστα σε τέτοια ιστορική στιγμή — θα μπορούσε να συμπεριλάβει στη βραχεία λίστα του ένα βιβλίο μόνο και μόνο για λόγους συναισθηματικούς. Προσπαθώντας να εξηγήσω στον εαυτό μου τις πολιτιστικές αιτίες αυτού του γεγονότος, αποφάσισα να ξαναδιαβάσω το βιβλίο της Στεπάνοβα.
Το πρώτο που εντυπωσιάζει σε αυτήν την 400σέλιδη σύνθεση είναι ο πλούτος και η ποικιλία του υλικού. Οι σελίδες ξεχειλίζουν από ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες που αφορούν τις συνήθειες, τον πολιτισμό, την καθημερινή ζωή των Εβραίων της ΕΣΣΔ, από μικροπράγματα που φυλάει η μνήμη — μπροστά μας περνάνε ολοκλήροι κόσμοι γεμάτοι φωνές, χρώματα, ρούχα, μυρωδιές, ήχους, συγκινητικά αντικείμενα που ανήκαν στους πολυαγαπημένους συγγενείς της συγγραφέα. Μοιάζουν με ένα μνημειώδες καλειδοσκόπιο που δεν μπορεί να μη συναρπάσει τον αναγνώστη. Αλλά όταν το μάτι συνηθίζει την εκτυφλωτική του πολυχρωμία, γίνεται ξέκαθαρο το γεγονός ότι από τη λογοτεχνική άποψη το κείμενο δεν είναι τόσο εντυπωσιακό. Του λείπει η αμεσότητα — η αμεσότητα της μνήμης που συνηθίζει να κυλάει αυθόρμητα και αποφεύγει τη σκηνοθεσία. Η αφήγηση μοιάζει τοποθετημένη κάπως αδέξια στα πλαίσια της μεταμοντερνιστικής δοκιμιογραφίας.Οσο πιο ζεστές, όσο πιο ανθρώπινες είναι οι ίδιες οι αναμνήσεις, τόσο περισσότερο αστοχεί το χέρι της συγγραφέα που μοχθεί να τις φιλοσοφοποιήσει, να τις παντρέψειμε το ζόρι με το μεταμοντερνισμό ανακατεύοντάς τες με τσιτάτα και πασπαλίζοντάς τες με συλλογισμούς. Η θηλυκή κομψότητα του λόγου της Στεπάνοβα σε συνδυασμό με τη γλυκόπικρη μελαγχολικότητα του ύφους της επιφέρει κάποια ισορροπία σε αυτήν την δυσαρμονική γραφή. Η τρυφερή ζεστασιά με την οποία η συγγραφέας μιλάει για τα αγαπημένα της πρόσωπα βυθίζει τον αναγνώστη σε μια πραγματικά συγκινητική ατμόσφαιρα, αλλά η ατμόσφαιρα αυτή φαίνεται να
είναι το μοναδικό λογοτεχνικό επίτευγμά της. Το κείμενο προσπαθεί να φτάσει στο ύψος του στοχασμού αλλά προσγειώνεται πρόωρα, προπαθεί να μιλήσει για γήινα πράγματα και χάνει το έδαφος. “Πέθανε η θεία μου”, — αυτή είναι η πρώτη πρόταση του πρώτου κεφάλαιου, και ακολουθεί η περιγραφή μιας υλικής πραγματικότητας στην οποία ταιριάζει μόνο ένα επίθετο — αποπνικτική. Οι εικόνες από τη Σοβιετική εποχή, οι “αποπνικτικές” εικόνες, εναλλάσσονται με τις περιγραφές των παλιών φωτογραφιών, όπου οι φωτογραφίες της τσαρικής εποχής έχουν όλα τα
γνωρίσματα του χαμένου μικροαστικού παραδείσου — ταξίδια στην Ελβετία, ακριβά φορέματα, σημάδια της “ευημερίας και… απεριόριστης αναψυχής”. Η Μούσα φρόντισε όμως τα αποσπάσματα με “αποπνικτική” ατμόσφαιρα να θυμίζουν — μερικές φορές υπερβολικά έντονα για απλή σύμπτωση — το “Θόρυβο του χρόνου” του Όσιπ Μάντελσταμ, ένα αριστουργηματικό έργο όπου περιγράφονται οι “κουφοί” τσαρικοί χρόνοι, προτρέποντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί — μήπως τελικά η αποπνικτικότητα της μικροαστικής ζωής οφείλεται όχι στο καθεστώς αλλά σε κάτι άλλο, και μήπως η “απεριόριστη αναψυχή” δεν είναι παρά νοσταλγική αυταπάτη; Το ξεφύλλισμα του άλμπουμ διακόπτεται από ένα πολύλογο και χαώδες κείμενο όπου η Στεπάνοβα μοιράζεται με τον αναγνώστη τις απόψεις της για το φαινόμενο της φωτογραφίας και επιστρατεύει τσιτάτα από διάφορους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους δεν υπάρχει ούτε ένας θεωρητικός της καλλιτεχνικής φωτογραφίας. Το επόμενο κεφάλαιο περιέχει ένα γράμμα του παππού της συγγραφέα — ένα γράμμα τόσο προσωπικό που κάνει τον αναγνώστη να νιώσει μια αμηχανία, σαν να μπήκε σε λάθος στιγμή σε ξένο δωμάτιο. Αυτού του είδους έγγραφα από το οικογενειακό αρχείο της Στεπάνοβα — γράμματα, προσωπικά ημερολόγια, σημειώσεις, — αποτελούν ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου και σχεδόν κάθε φορά προκαλούν το ίδιο συναίσθημα. Η Στεπάνοβα γράφει χαρακτηριστικά: “Φοβάμαι να σκεφτώ τί θα απαντούσε η γιαγιά μου η Σάρα στην ερώτηση αν θα μου επέτρεπε να δημοσιεύσω την αλληλογραφία της. Αλλά τους νεκρούς δεν τους ρωτάνε.”

Και κάπως έτσι συνεχίζεται το βιβλίο. Ένα οικογενειακό χρονικό που πλαισιώνει τους προσωπικούς συλλογισμούς της συγγραφέα — κυρίως για τη λογοτεχνία αλλά και για αναρίθμητα άλλα, μικρά και μεγάλα, θέματα — και συνοδεύεται από πλούσιο υλικό δημοσιευμένο γιατί τους νεκρούς δεν τους ρωτάνε. Ένα οικογενειακό χρονικό που πασχίζει να γίνει φιλοσοφική πεζογραφία και δεν τα καταφέρνει, ένα οικογενειακό χρονικό που προσπαθεί να γίνει ντοκιμαντέρ όπως το (βραβευμένο με Νόμπελ) “Τσέρνομπιλ” της Σβ. Αλεξίεβιτς και δεν γίνεται. Ένα χρονικό που υπόσχεται να απεικονίσει έναν αίωνα της Ρωσικής ιστορίας — αλλά απεικονίζει μόνο τη συνείδηση της συγγραφέα, τις ιδεολογικές της προτιμήσεις και τα λογοτεχνικά της credo με φόντο τα σκορπισμένα αναμνηστικά. Ένα χρονικό που βασικά δεν το λες και χρονικό. Μια συλλογή αναμνήσεων και σκέψεων, και μάλιστα πολύ ιδιαίτερη συλλογή.

Και κάπως έτσι εξηγείται γιατί το βιβλίο αυτό — ένα πραγματικά ενδιαφέρον, ασυνήθιστο και αξιοσημείωτο βιβλίο που απέχει όμως πολύ από την κορυφή — βρήκε τόσο θερμή υποδοχή στη Δυτική Ευρώπη.
Δεν είναι το ίδιο το βιβλίο, είναι ο πολιτισμικός του κώδικας που βραβεύεται — και βραβεύεται για έναν απλούστατο λόγο· επειδή βρίσκεται στην απόλυτη συμφωνία με δυο από τους κυρίαρχους Δυτικούς μύθους των ημερών μας. Συγκεκριμένα, με τον μεταμοντερνιστικό μύθο για την αποδόμηση της τέχνης και με τον ιδεολογικό-προπαγανδιστικό μύθο για τη Ρωσία (ή, μάλλον, για όλες τις Ρωσίες· την τσαρική, τη σοβιετική και τη σημερινή). Πάνω στον πρώτο μύθο η Στεπάνοβα προσπαθεί να θεμελιώσει τη συγγραφική τεχνοτροπία της, ενώ τον δεύτερο τον ενισχύει, τον χρωματίζει, τον γεμίζει με αρώματα και με περιττές αλλά συγκινητικές λεπτομέρειες.
Και αυτό από μόνο του δεν είναι κακό. Στο κάτω κάτω, ο μύθος δεν είναι το συνώνυμο του ψέματος. Αντιθέτως, είναι συμβολική γραφή που (απο)κρυπτογραφεί το υποσυνείδητό μας, και η μυθοπλασία δεν είναι παρά μια προσπάθεια του ανθρώπου να αθροίσει τα σκοτεινά αποσπάσματα της εμπειρικής του γνώσης. Το να βραβευτεί στη Δύση ένα βιβλίο που υποστηρίζει, άμεσα ή έμμεσα, τη Δυτική μυθολογία, είναι απολύτως φυσιολογικό. Αφύσικο είναι το να μην θέλει ο Δυτικός κόσμος να ακούσει και τους άλλους μύθους, οι οποίοι μπορεί να μην συμβαδίζουν με την καθιερωμένη κοσμοθεωρία του.
Και το ερώτημά μου, — ρητορικό, επειδή την απαισιόδοξη απάντηση τη γνωρίζω ήδη — είναι αν θα συναντήσουν στο εξωτερικό την ίδια επίσημη αναγνώριση οι άλλοι μύθοι της σύγχρονης Ρωσίας και της λογοτεχνίας της. Ο αλήτικος μύθος του Σαμίλ Ιντιατούλιν, ριζωμένος στις εργατικές κατοικίες στις όχθες του Κάμα, ο ορθόδοξος μύθος του Σεργκέι Σαργκουνώφ που οραματίζεται μια χριστιανική αριστερά του μέλλοντος και προσπαθεί να συμφιλιώσει τις αντιμαχό- μενες ιδεολογικές πτέρυγες του σήμερα, ο αισωπικός μύθος του Αντρέι Βόλος που με προβληματισμό αλλά και ψυχραιμία παρατηρεί τις πολιτικές εξελίξεις στον πολυεθνικό χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ο ορεινός μύθος της Ναρινέ Αμπγκαριάν, επικεντρωμένος στα πάθη και στην υπερηφάνεια του απλού ανθρώπου, άρρηκτα δεμένου με το πατρικό του χώμα, ο λαογραφικός μύθος του Ντενίς Οσόκιν που αναβιώνει στην υπερρεαλιστική του γραφή τις παραδόσεις των εθνικών μειονοτήτων του Ρωσικού βορρά, ο επικός μύθος του Εντουάρντ Κοτσεργκίν που με εξαιρετική δεξιοτεχνία απεικονίζει τη σκληρή μεταπολεμική εποχή. Θα προβληθούν άραγε με τον ίδιο ενθουσιασμό όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι μύθοι που γεμίζουν τον πνευματικό χώρο της σύγχρονης Ρωσίας, θα είναι το ίδιο καλοδεχούμενοι στον ευρωπαϊκό χώρο όσο το βιβλίο της Μαρίας Στεπάνοβα, ή θα περιοριστεί η Δύση στο αναμάσημα του αστικού μύθου για μια εδώ και πάνω από έναν αιώνα χαμένη αυτοκρατορία;

(*) Ο Ιππόλυτος Χαραλαμπίδης είναι ποιητής, μεταφραστής νεοελληνικής λογοτεχνίας (Ελυτη, Σολωμού, Σεφέρη) στη ρωσική γλώσσα.

 

Σχετικά με το θέμα:

ΜΝΗΜΗ ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΒΟΟΚER 2021

Ετικέτες