Η ΛΕΡΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις μέσα, από ένα όχι πολυσέλιδο βιβλίο, για το θέμα του εγκλεισμού στη Λέρο, στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα και να διατηρείς στην ίδια ένταση το ενδιαφέρον του αναγνώστη που πολλά άκουσε, λίγα διάβασε κι ακόμα λιγότερα προσέγγισε με επιστημονική μέθοδο.

Ο λόγος για το βιβλίο της ανθρωπολόγου Νένης Πανουργιά (1) “Λέρος, η γραμματική του εγκλεισμού»”  που κυκλοφόρησε κατακαλόκαιρο από τις εκδόσεις “Νεφέλη”. Αποτελεί ένα εγχειρίδιο (182 σ.) αναφορικά με την χρήση της νήσου από την ελληνική πολιτική εξουσία, σε διαφορετικές περιόδους του 20ού αιώνα, από αναπτυσσόμενη περιοχή επί ιταλικής διοίκησης σε τόπο εναπόθεσης ανεπιθύμητων, κοινωνικά, ανθρώπων (αιχμάλωτοι πολέμου, παιδιά ανταρτών του Εμφυλίου, σχολείο πάμφτωχων μαθητών, ψυχασθενών- ενηλίκων και παιδιών-  εξόριστων αριστερών και, πρόσφατα, προσφύγων-μεταναστών.

Η συγγραφέας ερευνά αρχεία κρατικά, ιδιωτικά και καταγράφει προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τα “δράματα της Λέρου”. Μερικά κείμενα απ΄αυτά που δημοσιεύονται έχουν παρουσιαστεί σε ομιλίες και συνέδρια την τελευταία δεκαετία και έχουν εμπλουτιστεί με επιτόπια έρευνα στα Τοπικά Αρχεία Λέρου(ΤΑΛ), Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), στο διάστημα 2017-2019. Αμέτρητες ώρες συζητήσεων στη Λέρο, με Λεριούς και Λεριές που οι ίδιοι ή συγγενικά τους πρόσωπα δούλεψαν στο ψυχιατρείο, συναντήσεις με δασκάλους και καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης στη Λέρο και αρχεία οικογενειακά με αλληλογραφία  και ηχογραφημένες συνεντεύξεις για τα χρόνια εξορίας επί χούντας,  εμπλούτισαν το υλικό της έρευνας το οποίο εκδόθηκε– όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας – με την προστακτική παρότρυνση του καθηγητή Αντώνη Λιάκου: “Βγάλ’ το τώρα”.

Η Μένη Πανουργιά μας εισάγει στην ιστορία αυτού του μοναδικού νησιωτικού χώρου εντάσσοντας σύντομα, προκαταρκτικά, θα λέγαμε, κείμενα στην αρχή που θέτουν ηθικά ερωτήματα και προβληματισμούς, σε διαχρονικό επίπεδο, για την εξορία, την προσφυγιά, τις πληθυσμιακές μετακινήσεις από τα αρχαία χρόνια (κάθοδος των μυρίων) έως τα τωρινά, στη Μεσόγειο.

Από το επίγραμμα “πάσα θάλασσα τάφος” του Καλλίμαχου για τον Γλαύκο, στη ρήση του Τζούλιο Καβάλλι “il Meditetaneo e ancora un cimitero”(η Μεσόγειος εξακολουθεί να είναι ένα νεκροταφείο) ερχόμαστε στον κύκλο της Ρόδου, της Κω και της Καλύμνου και προσεγγίζουμε τη Λέρο. Ένα νησί που δοκιμάστηκε σκληρά από τη μεγάλη φτώχεια, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, είδε τους κατοίκους του να ξενιτεύονται σε Αυστραλία, Αμερική και στην Αθήνα, δέχτηκε πρόσφυγες το ’22, έστειλε πρόσφυγες το 1944 στην Τουρκία, έφτιαξε το «Τζιβαέρι», μας το τραγούδησε ενώ η μοίρα του επιφύλαξε να αντιμετωπίσει επί του εδάφους του όλες τις μορφές του εγκλεισμού: την εξορία, τη φυλάκιση, τη στρατοπέδευση, την ιδρυματοποίηση.

« …τόπος ανθρώπινων ανεπιθύμητων απορριμμάτων», το νησί έχει αναφερθεί – μαζί με τη Μακρόνησο- «ως τα νησιά του θανάτου που κανείς ποτέ δεν επισκέπτεται»(2).

Η ιστορία της στον 20ό αιώνα είναι πολυκύμαντη. Από την  τουρκική κυριαρχία η Λέρος  περνά στούς Ιταλούς το 1912, και παραμένει έως το 1943, οπότε καταλαμβάνεται από τους Εγγλέζους για να περιέλθει, το 1947, μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα από τους Βρετανούς.

Η συγγραφέας αναφέρεται στην ανοικοδόμηση του νησιού στη δεκαετία του ’30 στο διάστημα της ιταλικής διοίκησης, τότε που το Λακκί, άλλαξε όψη και  χτίστηκε εκ νέου, σε δύο χρόνια, σύμφωνα με τις αρχιτεκτονικές αρχές του ιταλικού ρασιοναλισμού, νέου ρεύματος του Novecento.

Στα Λέπιδα, εγκαταστάθηκε η βάση των υδροπλάνων πέριξ της Έπαυλης του Τσιγαδά Πασά η οποία λειτούργησε ως λέσχη των αξιωματικών. Στην περιοχή της βάσης ανεγέρθηκε η Caserma Sommergibili- τα επιβλητικά κτίρια – κοιτώνες για τα πληρώματα των υποβρυχίων – μετέπειτα Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, αργότερα κτίριο φυλακών στρατοπέδου Λέρου, Άγιος Γεώργιος. Ακολούθησαν η Caserna Avieri (κοιτώνες των αεροπόρων) και η Caserna Marinai (κοιτώνες της ναυτικής βάσης, 1935).

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων και τα αρχειακά τεκμήρια που παρατίθενται στο βιβλίο, το νησί ανέπνευσε οικονομικά επί Ιταλών, δουλειές υπήρχαν και οι αμοιβές επέτρεπαν μια καλή ζωή. Από τη Μάχη της Λέρου(1943) διάρκειας 53 ημερών, προκλήθηκαν τεράστιες απώλειες και καταστροφές σ’ ολόκληρο το νησί, με μεγαλύτερη εκείνη της περιβαλλοντικής καταστροφής από τους βομβαρδισμούς-γερμανικούς και βρετανικούς. «Τίποτα δεν φύτρωνε μετά»-αφηγούνται οι κάτοικοι. Το νησί ρήμαξε, κυριολεκτικά, οι εργάτες και οι τεχνίτες έμειναν χωρίς δουλειά, η αγροτική παραγωγή μειώθηκε, τα εμβάσματα από τους ομογενείς δύσκολα κατέφθαναν και οι κάτοικοι όχι μόνο από τη Λέρο, αλλά και από τα νησιά Κω, Ρόδο και Κάλυμνο, έφευγαν πρόσφυγες για τις παράλιες πόλεις της Μικράς Ασίας – κυρίως την Αλικαρνασσό. Με την εκλογή του Πλαστήρα εγκατέλειψαν απ΄το νησί, όσοι είχαν απομείνει για να δουλέψουν οικοδόμοι στην Αθήνα…

Η Νένη Πανουργιά περιγράφει την κρατική επέμβαση στη Λέρο μετά τον Εμφύλιο. Τότε δημιουργούνται από το Εθνικό Ίδρυμα “αι Βασιλικαί Τεχνικαί Σχολαί” Λέρου – εγκαινιάστηκαν το 1949 από τον βσιλιά Παύλο – με σκοπό στην τεχνογνωσιακή εκπαίδευση, στους γεωργικούς, δασικούς και τεχνικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας. Στις σχολές της Λέρου στάλθηκαν ανταρτόπαιδα, αγόρια και κορίτσια, με μεταγωγικά, αρχικά από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα μετά τις εκεί εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού. Ακολούθησαν παιδιά κι από άλλες περιοχές της Ελλάδα ακόμα και από το «παραπέτασμα» (Αργυρόκαστρο). Οι μαθητές/τριες παρέμεναν εσώκλειστοι, χωρίς την παραμικρή επαφή μεταξύ τους, αποκομμένα από το υπόλοιπο νησί. Την αναμόρφωσή τους “είχε επιφορτιστεί προσωπικό ειδικά επιλεγμένο από το Εθνικό Ίδρυμα και συμπεριλάμβανε ανανήψαντες κομμουνιστές και πρώην Μακρονησιώτες.”  Οι μαρτυρίες όσων πέρασαν από εκεί και τις οποίες κατέγραψε η συγγραφέας αναφέρονται στην Παιδόπολη της Λέρου με ευγνωμοσύνη για τις δυνατότητες που τους δόθηκαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια τη ζωή τους ενώ οι ντόπιοι βρήκαν δουλειά στις σχολές ως δάσκαλοι, τεχνίτες.

Η «γραμματική του εγκλεισμού» στη Λέρο συνεχίζεται με την ίδρυση του Ψυχιατρείου –του νοσοκομείου των ενηλίκων και της πτέρυγας των ανηλίκων,  το 1957. Το νησί μετατρέπεται «σε αποθήκη για τις πιο σοβαρές ασθένειες στην Ελλάδα» με φρικτές συνθήκες διαβίωσης των τροφίμων του. Ανάμεσα στους ψυχασθενείς είναι και 100 Μακρονησιώτες, πρώην αντάρτες και καπεταναίοι του Λαϊκού Στρατού.

Η Λέρος στη δεκαετία του ’60 γίνεται ταυτόσημη με την έννοια του κολαστηρίου. Χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι καταφθάνουν από τον Ιούνιο του 1967 και εγκαθίστανται στα κτίρια των πρώην βασιλικών σχολών – στρατόπεδα συγκέντρωσης, πλέον. Τα τεκμήρια που παρατίθενται περιγράφουν την οργάνωση των ομάδων μόρφωσης και αυτομόρφωσης στο Παρθένι και στο  Λακκί, τις καλλιτεχνικές επιδόσεις των εξόριστων και τα έργα που παράγουν, τη Διάσπαση του ΄68 που τους βρήκε στα στρατόπεδα της Λέρου και τις μεταξύ τους εμφύλιες τραγωδίες που ακολούθησαν. Αφηγήσεις, αλληλογραφία κρατουμένων, μνήμες επώδυνες ξεδιπλώνουν την ιστορία των μαρτυρίων της Λέρου που όμως για τους κατοίκους υπήρξαν μια σημαντική επαγγελματική διέξοδος καθώς οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι, συχνά οικογενειακώς, και αποκαταστάθηκαν οικονομικά.

Το 1970 τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κλείνουν αλλά το θέμα με το Ψυχιατρείο αποκτά ευρεία δημοσιότητα, το 1982  με τις φωτογραφίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου που δημοσιεύτηκαν στον «Ταχυδρόμο» και παρουσίασαν τη βαρβαρότητα αυτού του εγκλεισμού και διεθνοποιώντας το θέμα.

Η Λέρος περνά στον 21ο αιώνα αντιμέτωπη με το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. Είναι, πλέον ευρωπαϊκό έδαφος υπό τη διαχείριση του FRONTEX. Το 2015 διέρχονται απ΄το νησί 38.000 πρόσφυγες όπου κοιμούνται παντού. «Εκεί – γράφει η Νένη Πανουργιά- στα ίδια πατήματα της Ιταλικής Αυτοκρατορίας, του μετεμφυλιακού ελληνικού κράτους, των διαφορετικών ανθρώπων και ψυχών που είχε αποβάλει η ελληνική κοινωνία, εκεί όπου η χούντα σφράγισε τον κύκλο της πολιτικής αποστροφής προς κάθε έννοια δικαίου, στο προαύλιο που έχουν ακουστεί φωνές των ψυχοπαθών κι έχει πατηθεί από τα γυμνά τους πόδια κι έχει δεχτεί τα απόβλητα και περιττώματά τους, εκεί το έδαφος είναι πια ευρωπαϊκό, όχι ελληνικό, εκχωρημένο στις νέες μορφές της οικονομικής και πολιτικής αυτοκρατορίας που εκτελεστικός της μοχλός είναι ο FRONTEX. Εκεί, ο νεαρός πρόσφυγας βγάζει το θυμό, την οργή, τη λεκτική του βία, έμφυλη, χωρίς όρια, απέναντι σε έναν αντίπαλο που μόνο εκείνος ξέρει».

 


1. Η Νένη Πανουργιά είναι ανθρωπολόγος, καθηγήτρια στο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Φυλακών, υπεύθυνη του προγράμματος Justice in Education και ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Κοινωνίας στο πανεπιστήμιο Columbia.  Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια Princeton, Rutgets, NYU, Bard College, NSSR Universite de Paris VIII. Γράφει για ανθρωπολογική και εθνογραφική θεωρία, τέχνη και αρχιτεκτονική, πολιτική, επιστημολογία,κριτική θεωρία, και κριτικές ιατρικές σπουδές. Έχει ασχοληθεί εθνογραφικά με τη σημασία της ιστορίας και της πολιτικής, την εμπειρία των βασανιστηρίων, του εγκλεισμού και των εργαλείων πειθάρχησης, και την ιδρυματοποίηση του κοινού χώρου. Προετοιμάζει έναν τόμο για το φωτογραφικό υλικό από την Ελλάδα της φωτογράφου Lee Miller.

2. Aναφορά της Ευγενίας ΜακΓκραθ (Eugenia McGrath), το 1972, σε βιβλιοκριτική του βιβλίου του Γιάννη Κάτρη «Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα, 1960-1970».