Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: anyteart  25/4/21

O συγγραφέας Jürgen Kocka (Γύργκεν Κόκα) είναι ένας από τους σημαντικότερους σήμερα ειδήμονες στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας.O γερμανός ιστορικός, ηγετική μορφή του ρεύματος της νέας κοινωνικής ιστορίας και ομότιμος καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, αναλύει  σ΄αυτό το σύντομο αλλά περιεκτικό βιβλίο του τον καπιταλισμό στην ιστορική του εξέλιξη – από τον εμπορικό καπιταλισμό των Αράβων, της Κίνας και της προνεωτερικής Ευρώπης έως την εκβιομηχάνιση του 19ου και του 20ού αιώνα και τον παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό των ημερών μας που έφερε την κρίση του 2008.

Φαινόμενο οικονομικό με τεράστιες κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις και με βαθιές ιστορικές ρίζες, ο καπιταλισμός απασχόλησε, μεταξύ άλλων, διανοητές όπως ο Καρλ Μαρξ, ο Μαξ Βέμπερ και ο Γιόζεφ Σούμπετερ οι οποίοι διαμόρφωσαν θέσεις καθοριστικές για τη συζήτηση πάνω στην έννοια του καπιταλισμού. Το τελευταίο διάστημα ο όρος του καπιταλισμού δέχτηκε νέες προσεγγίσεις μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση  του και την κρίση χρέους του 2008 με αποτέλεσμα να προκληθεί νέα άνθηση των σπουδών με θέμα την ιστορία του στα αμερικανικά πανεπιστήμια και ο όρος “καπιταλισμός” που καθιερώθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στη κεντρική Ευρώπη να απασχολεί πλέον την επικαιρότητα και τις συζητήσεις (οικονομολόγων, δημοσιογράφων, κοινωνιολόγων, ειδικών περι του πολιτισμού),  ως τη βιωσιμότητα του συστήματος και τις μελλοντικές επιρροές του στην κοινωνία αλλά και τις προοπτικές του.

Στα γερμανικά, ο όρος «κεφάλαιο» [Kapital] περνά από τη γλώσσα των εμπόρων (όπου απαντάται συχνά το αργότερο από τις αρχές του 16ου αιώνα) στην ορολογία των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών, καθώς αυτές αναδύονται τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Αρχικά σήμαινε τα χρήματα (επενδυμένα ή δανεισμένα) και αργότερα τα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή χρήματα, χρηματικές αξίες, αξιόγραφα, εμπορεύματα και εγκαταστάσεις παραγωγής, πάντοτε όμως «υπό την οπτική του κέρδους που επρόκειτο να αποφέρουν» (1776) αν δεν καταναλώνονταν ή δεν αποθησαυρίζονταν.” Ήδη από τον 17ο αιώνα η λέξη «καπιταλιστής» αφορούσε τον «πλούσιο κεφαλαιούχο, ο οποίος διαθέτει μετρητά και μεγάλη περιουσία, και μπορεί να ζήσει από τους τόκους και τις προσόδους που εισπράττει». Ως «καπιταλιστές» θα χαρακτηρίζονταν ειδικότερα οι έμποροι, οι τραπεζίτες, οι ραντιέρηδες εισοδηματίες και όσοι εν γένει δανείζουν χρήματα, δηλαδή «εμπορεύονται κεφάλαια ή δρουν ως μεσίτες κεφαλαίων» (1717).(*)

Στο βιβλίο παρουσιάζονται αναλυτικά οι τρεις στοχαστές Καρλ Μαρξ, Μαξ Βέμπερ και Γιόζεφ A. Σουμπέτερ των οποίων οι θέσεις διαμόρφωσαν καθοριστικά τη συζήτηση πάνω στην έννοια του «καπιταλισμού»:.

Ο Καρλ Μαρξ περιέγραψε αναλυτικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και καθόρισε τα θεμελιώδη γνωρίσματα της μαρξικής θεώρησης του καπιταλισμού στα εξής τέσσερα σημεία:

– ανεπτυγμένη αγορά, που με τη σειρά της προϋποθέτει την κατανομή της εργασίας και τον εκχρηματισμό της οικονομίας

– συσσώρευση πλούτου, δηλαδή τη δημιουργία και διαρκή αύξηση του κεφαλαίου εν είδει αυτοσκοπού, αρχικά ως πρωτογενούς συσσώρευσης μέσω της μεταβίβασης από άλλους τομείς (όχι δίχως απαλλοτρίωση ούτε δίχως βία), και κατόπιν ως επανεπένδυσης κερδών, τα οποία όμως εντέλει προέρχονταν από την αξία που δημιουργούσε η εργασία

– σχέση ανάμεσα αφενός στους καπιταλιστές-ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, και τους εξαρτημένους απ’ αυτούς επιχειρηματίες και μάνατζερ, και, αφετέρου, στους δεσμευμένους με συμβάσεις εργασίας—όμως, κατά τα άλλα, ελεύθερους— εργάτες, οι οποίοι απασχολούνται έναντι μισθού ή ημερομισθίου χωρίς να κατέχουν τα μέσα παραγωγής

– δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος που μέσω της μπουρζουαζία (αστική τάξη) θα διέλυε κάθε τι παλιό και θα εξαπλωνόταν σε όλο τον κόσμο, έχοντας την ορμή αλλά και την ικανότητα να επιβάλει τη λογική του σε τομείς της ανθρώπινης ζωής πέραν της οικονομίας και να επηρεάζει αποφασιστικά την κοινωνία, τον πολιτισμό και την πολιτική.

Ο Μαξ Βέμπερ ο οποίος δεν πίστευε στην ανωτερότητα ενός μελλοντικού σοσιαλιστικού συστήματος εξέτασε το ζήτημα του καπιταλισμού στο πλαίσιο της ευρύτερης ιστορίας του δυτικού εκσυγχρονισμού. Έτσι, τον αποσυνέδεσε ιστορικά από τη βιομηχανική εποχή και, σε αντίθεση με τον Μαρξ, θεωρούσε απίθανο οι κρίσεις του καπιταλισμού να τον οδηγήσουν σε κατάρρευση, χωρίς όμως να αποκλύει το ενδεχόμενο να παραλύσει εξαιτίας της υπερβολικής οργάνωσης και της γραφειοκρατίας. Η ανάλυσή του ήταν θεματικά διεισδυτικότερη και ιστορικά πολύ ευρύτερη απ’ ό,τι εκείνη του Μαρξ.

Ο Γιόζεφ Α. Σουμπέτερ όχι μόνο χρησιμοποίησε τον όρο «καπιταλισμός» στο πλαίσιο των ερευνών του, αλλά και επηρέασε βαθύτατα τον επιστημονικό διάλογο πάνω στον καπιταλισμό με το βιβλίο του «Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1942. Κατά τον ορισμό του «Καπιταλισμός είναι εκείνη η μορφή οικονομίας της ατομικής ιδιοκτησίας κατά την οποία πραγματοποιούνται καινοτομίες μέσω του δανεισμού χρημάτων, κάτι που εν γένει προϋποθέτει […] τη δημιουργία πιστώσεων». Τονίζοντας ότι η παροχή πιστώσεων —και κατά συνέπεια η δημιουργία χρέους, αλλά και η κερδοσκοπία— συνιστά κεντρικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, η συμβολή του Σουμπέτερ έχει καταστεί τις τελευταίες δεκαετίες ιδιαίτερα επίκαιρη, με δεδομένη την υπέρμετρη ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Ωστόσο ο Σουμπέτερ προέβλεψε την παρακμή του συστήματος θεωρώντας ότι ότι, στον βαθμό που ο καπιταλισμός θα διευρυνόταν, θα έβλαπτε τις κοινωνικές προϋποθέσεις που τον στήριζαν{… } και ότι έμελλε να τον καταστρέψουν οι αθέλητες συνέπειες της επιτυχίας του.

Στην ιστορική του πορεία ο καπιταλισμός χρησιμοποιήθηκε ως επί το πλείστον για να περιγράψει σύγχρονα φαινόμενα που θεωρούνταν καινοφανή και μοντέρνα, και τα οποία διαφοροποιούνταν έντονα σε σχέση με το παρελθόν” αναφέρει ο συγγραφέας. “Επίσης χρησιμοποιήθηκε στην τότε τρέχουσα αντιπαράθεση με τον σοσιαλισμό, αρχικά ως ιδέα και κατόπιν ως κίνημα, στις πρώτες του εκδηλώσεις. Έτσι, η έννοια γεννήθηκε υπό το φως μιας ενίοτε εξιδανικευμένης πρόσληψης του παρελθόντος και των προσδοκιών για μια καλύτερη, σοσιαλιστική εναλλακτική προοπτική στο μέλλον, συνήθως στο πλαίσιο μιας κριτικής του παρόντος. Ταυτόχρονα, όμως, εξυπηρετούσε την επιστημονική ανάλυση. Τούτη η διπλή λειτουργία της έννοιας την καθιστούσε ύποπτη στα μάτια ορισμένων, αλλά και πιο ελκυστική στα μάτια κάποιων άλλων. Οι δύο λειτουργίες θα μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο η μία στην άλλη, αλλά όχι απαραιτήτως. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.”