H ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΛΟΥΪΖ ΓΚΛΙΚ ΚΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΫ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη  2/5/21

Πεζογραφικά κείμενα, άλλοτε εκτεταμένα κι άλλοτε συνοπτικά, με παραβολές, καθημερινά στιγμιότυπα και προσωπικές ανέκδοτες αναμνήσεις περιλαμβάνονται στην τελευταία ποιητική συλλογή “Πίστη και ενάρετη νύχτα” της αμερικανίδας  ποιήτριας Λουίζ Γκλικ (βραβείο Νόμπελ 2020) που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά(εκδ. Στερέωμα).

Ο αναγνώστης δε θα συναντήσει εδώ οικείες φόρμες της ποιητικής έκφρασης. Στο βιβλίο αυτό έχουμε να κάνουμε με μια πεζογραφική ποίηση, ένα εν ροή κείμενο εσωτερικού μονολόγου  που επιχειρεί να ενώσει στοιχεία μυθοπλασίας χαμένα στη συνείδησή και να ισορροπήσει την αφήγηση ανάμεσα στην ποίηση και το πεζό λόγο, συχνά με απρόβλεπτα λογοτεχνικά αποτελέσματα.

Ο ψυχαναλτής μου σήκωσε το κεφάλι του για μια στιγμή

Φυσικά δεν μπορούσα να τον δω

αλλά είχα μάθει, όλα τα χρόνια που ήμασταν μαζί,

να διαισθάνομαι αυτές τις κινήσεις. Ως  συνήθως

αρνήθηκε να παραδεχτεί

αν είχα δίκιο ή όχι. Η ευφυία μου ενάντια

στις υπεκφυγές του: το μικρό μας παιχνίδι.

Ψάχνοντας στο κατακάθι της ψυχής τώρα που η ζωή εισέρχεται στη δύση της, η ποιήτρια ομολογεί “βρίσκω τον εαυτό μου να φαντάζεται τους θριάμβους του γήρατος” και παρασύρει τον αναγνώστη στο ανακάτεμα της μνήμης, της οδύνης του επικείμενου τέλους της πηγαίας έκφρασης, χωρίς τεχνάσματα και  εντυπωσιαμούς. Εμμέσως πλην σαφώς επισημαίνεται η εβραϊκή προέλευση της συγγραφέας  μέσα από την αναφορά στην ανάγνωση μιας προσευχής ενώ απίστευτα μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας εκφράζονται για να ληφθούν ως τέχνη και στοχασμός.

Καθώς γύρισα την τελευταία σελίδα, μετά από πολλές νύχτες, ένα κύμα λύπης με τύλιξε.Πού να είχαν πάει άραγε, όλα αυτά τα πρόσωπα που φαίνονταν τόσο αληθινά; Για να ξεχαστώ, βγήκα έξω στη νύχτα μηχανικά, άναψα ένα τσιγάρο. Μες στο σκοτάδι, το τσιγάρο έλαμπε, σαν φωτιά που ανάβει κάποιος που επέζησε…..”

Η μετάφραση στα ελληνικά είναι των Χάρη Βλαβιανού και Δήμητρας Κωτούλα. Η έκδοση παραθέτει το πρωτότυπο στην αριστερή σελίδα και τη μετάφραση στη δεξιά με μία σελιδοποίηση που αδικεί αμφότερα τα κείμενα. Η επιλογή του σχήματος  του βιβλίου (20,5 x 14, 177σελ.)) και τα  μεγάλα τυπογραφικά στοιχεία φέρνουν τα ελληνικά κείμενα να υπερέχουν και να δημιουργούν μια ακαλαίσθητη αναντιστοιχία. Γίνεται φανερό ότι η  ποίηση αυτής της έκτασης δεν “χωρά”σε μικρά σχήματα  πόσο μάλλον όταν η ελληνική καλείται να τυπωθεί παράλληλα με μια άλλη ξένη γλώσσα. Κρίμα.