ΓΟΤΘΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Από  το 1951 που πρωτοεκδόθηκε το έργο αυτό του Έρβιν Πανόφσκυ (1892-1968) δεν έχει σταματήσει να αποτελεί, ακόμα και τώρα, αντικείμενο έντονων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων στο χώρο της διανόησης. Πρόκειται για το κείμενο της διάλεξης  πού έδωσε ο Πανόφσκυ στο καθολικό κολλέγιο των Βενεδεκτίνων μοναχών Saint Vincent της Πενσυλβάνια, το 1948, όπου προσκλήθηκε να μιλήσει κι ως θέμα επέλεξε τη συσχέτιση του σχολαστικισμού με τη γοτθική αρχιτεκτονική.

Πρόκειται για ένα κείμενο -σταθμό στην Ιστορία της Τέχνης και την πολιτισμική ιστορία. Πολυάριθμες βιβλιοκρισίες, επανεκδόσεις  και μεταφράσεις  συνοδεύουν στην πορεία του στο χρόνο το λιγοσέλιδο κείμενο των 100 σελίδων το οποίο έχει αποτελέσει, επίσης, σημείο αναφοράς σε όλες τις μελέτες για τη γοτθική αρχιτεκτονική που ακολούθησαν.

Ιστορικός και θεωρητικός της Τέχνης, ο Πανόφκυ έγινε ευρύτερα γνωστός για το έργο του στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή τέχνη και για τη συνεισφορά του στη θεωρία της εικονολογία.Τυπικό παράδειγμα εφαρμογής αυτής της θεωρίας που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πανόφσκυ, αποτελεί και το ανωτέρω δοκίμιο με το οποίο δεν επιχειρείται η ερμηνεία ενός καλλιτεχνικού στιλ, αλλά η ανάδειξη αυτού που ο ίδιος αποκαλούσε «εγγενή σημασία ή εγγενές περιεχόμενο» του συνολικότερου πολιτισμικού φαινομένου της γοτθικής αρχιτεκτονικής: τη σχέση του δηλαδή με τις βαθύτερες, ενδεχομένως ασυνείδητες, οπωσδήποτε όμως θεμελιώδεις πνευματικές τάσεις της εποχής και του περιβάλλοντος που το γέννησαν.

Εκκινώντας από την παραλληλία που διακρίνει την εξέλιξη της γοτθικής αρχιτεκτονικής και του σχολαστικισμού σε μια δεδομένη περίοδο (12ος–13ος αιώνας) και μια συγκεκριμένη περιοχή (σε ακτίνα 150 χλμ. γύρω από το Παρίσι), ο Πανόφσκυ επιχειρεί να εξηγήσει τη γοτθική αρχιτεκτονική ως απόρροια της άνθισης του σχολαστικισμού στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Διερευνά την αναλογία μεταξύ των τεχνών, της φιλοσοφίας και της θρησκείας στο Μεσαίωνα, με δεδομένο ότι οι αρχιτέκτονες των γοτθικών ναών ήταν γνώστες των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής τους τα οποία καθόρισαν τις κοινωνίες της Ευρώπης.

Σύμφωνα με τον Πανόφσκυ, η κατ’ εξοχήν έκφραση του σχολαστικού πνεύματος, η Summa –αυτό το «όργιο λογικής», η απόπειρα για «μια συνθήκη μόνιμης ειρήνης μεταξύ πίστης και λόγου», όπως τη χαρακτηρίζει–, και η κατεξοχήν μορφή της γοτθικής αρχιτεκτονικής, ο καθεδρικός ναός, διέπονται από τις ίδιες βασικές αρχές:

(α) ολότητα, (β) οργάνωση σύμφωνα με ένα σύστημα από ομόλογα μέρη και μέρη μερών και (γ) ευκρίνεια και πειστικότητα της (παραγωγικής) συλλογιστικής.

Άλλωστε για τον Πανόφσκυ, η βασική σχολαστική μέθοδος της disputatio (όπως τη διαμόρφωσε ο Αβελάρδος με το Sic et Non) αποτέλεσε το πρότυπο βάσει του οποίου εργάστηκαν και οι αρχιτέκτονες των καθεδρικών ναών, και ως εκ τούτου μπορεί να ερμηνεύσει την εξέλιξη των γοτθικών μορφών από μνημείο σε μνημείο.

Ο κριτικός αναγνώστης δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει τη βαθειά γνώση του θέματος και την κριτική δεξιοτεχνία με την οποία ο Πανόφκυ χειρίζεται ένα θεωρητικοφιλοσοφικό υπόβαθρο που ξεκινά από τη μεσαιωνική φιλοσοφία και φτάνει μέχρι τον Έγελο, τον Μάνχαϊμ και τον Κασσίρερ. Κάθε αναγνώστης ωστόσο, μυημένος ή αμύητος, θα απολαύσει τον γοητευτικό τρόπο με τον οποίο «ξεκλειδώνει» τις επιβλητικές μορφές των γοτθικών καθεδρικών ναών, αποκαλύπτοντας μια αναπάντεχη και συναρπαστική εικόνα για τον πνευματικό ορίζοντα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, πέρα από προκαταλήψεις περί σκοταδισμού και ανορθολογικότητας.

Δύσκολο κείμενο με μακροσκελείς προτάσεις, ανοίκεια τέχνη και ορολογία για την οικοδομική  της γοτθικής αρχιτεκτονικής και με συχνή χρήση λατινικών λέξεων και φράσεων. Για τη διευκόλυνση του αναγνώστη η έκδοση του ΜΙΕΤ έχει συμπεριλάβει δύο γλωσσάρια – ένα με ξένους όρους και φράσεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, κι ένα άλλο με επεξηγήσεις για την αρχιτεκτονική ορολογία του κειμένου.