ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΙΑΒΡΑΣ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΟΥΜ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Συνέντευξη στην Ελένη Γαλάνη

Δεν είναι ζήτημα γερμανικής πειθαρχίας, μήτε ηπειρώτικης αντοχής η αναμέτρηση με τις  κατά καιρούς δυσκολίες που προκύπτουν στους χώρους σπουδών και εργασίας εκτός της γενέτειρας πόλης. Eίναι καθαρά θέμα του ζωογόνου στοιχείου της ύπαρξής του το οποίο, στην περίπτωσή του, αντλείται από τη μουσική. Ο λόγος για το μαέστρο Γιώργο Ζιάβρα (*) που μετά από την αναζήτηση – περιήγηση των νεανικών χρόνων στο πιάνο και στις σπουδές στην Αρχιτεκτονική του ΕΜΠ, επέλεξε τη μουσική ως ώριμη πλέον, απάντηση στο ερώτημα “τί θέλω να κάνω”.

Τον Γιώργο Ζιάβρα τον γνώρισα πριν από 15 χρόνια, ένα βράδυ, σε μια εναλλακτική σκηνή της Αθήνας, κάπου στην οδό Σόλωνος. Εκείνος στο πιάνο, ο αδελφός του στα κρουστά και οι φίλοι, συμμαθητές από το σχολείο να τραγουδούν και να παίζουν διάφορα όργανα. Εκεί τον άκουσα στο φινάλε, μόνο του, να ερμηνεύει -σε διασκευή, επί μέρους, δική του – το “Χαλαζιά μου” και το “Αυτή η νύχτα μένει”. Από τότε παρακολούθησα την πορεία του στην Αθήνα και ένα ρεσιτάλ στο “Ατενέουμ” έμεινε χαραγμένο στη μνήμη μου. Ο νεαρός πιανίστας ερμήνευσε τότε, τα jeux d’eau του Maurice Ravel και μας έδειξε πώς ο σολίστ δαμάζει το πιάνο σ΄ένα τόσο απαιτητικό έργο.

Όταν μετά από μερικά χρόνια που θα πάρεις το πτυχίο σου και αισθανθείς ότι δεν μπορείς τη ζωή χωρίς την καθημερινή συνύπαρξη με τη μουσική, τότε θα την επιλέξεις ως τρόπο ζωής”– έλεγε, πρόσφατα, σε νεαρή φοιτήτρια της Ιατρικής Αθηνών, με θαυμάσιες επιδόσεις στο πιάνο και το τραγούδι. Ο ίδιος, τώρα, τα τελευταία οκτώ χρόνια βρίσκεται στη Γερμανία και από το 2014 εργάζεται ως μόνιμος αρχιμουσικός στο Krefeld / Mönchengladbach και, παράλληλα, ασχολείται με αυτοδύναμα σχήματα και ορχήστρες κλασικής και σύγχρονης μουσικής. Η επαγγελματική σχέση με την πατρίδα άρχισε το 2018, από τη σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Εφέτος, ο Γιώργος Ζιάβρας διευθύνει στην παράσταση της Νυχτερίδας του Γιόχαν Στράους – την επετειακή εκδήλωση της ΕΛΣ για τα 80 χρόνια από την ίδρυσή της – ενώ τον Απρίλιο, το έργο του  Stabat Mater του James Dillon.

Αυτές οι συνεργασίες του “επισκέπτη” μαέστρου στην Αθήνα ήταν η δημοσιογραφική αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Πάμε πίσω, στην αρχή. Πότε τελείωσες με τις σπουδές πιάνου στην Αθήνα;

Σε ηλικία 19-20 χρονών. Ξεκίνησα στα πέντε μου μ’ ένα πρόγραμμα μουσικής στο Νάκα, συνέχισα στο Ωδείο Αθηνών, στο Ελληνικό Ωδείο και ολοκλήρωσα στο Ωδείο Σκαλκώτα.  Πέντε περίπου χρόνια μετά και τη φοίτηση στην Αρχιτεκτονική, έφυγα στην Κολωνία και άρχισα σπουδές διεύθυνσης ορχήστρας στην Ακαδημία.

Από τους Έλληνες καθηγητές, στους Γερμανούς. Πώς θα τους χαρακτήριζες;

Με βάση τη δική μου εμπειρία έχω να πω ότι άπαξ και δουν από την πρώτη επαφή μαζί σου ότι αυτό που κάνεις το παίρνεις σοβαρά και δεν φοβάσαι τη δουλειά, τους κερδίζεις αμέσως: από το αν θα είσαι συνεπής στο ραντεβού σου, μέχρι πόσο σοβαρά θα μιλήσεις για τη δουλειά σου, πόσο θα επιμείνεις σε κάτι για να γίνει σωστά.

-Πού εργάζεσαι τώρα;

Στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, μεταξύ Κολωνίας και Ντύσελντορφ, εκεί όπου, ακόμα,  χτυπά η καρδιά της βιομηχανίας της Ευρώπης: στο Krefeld / Mönchengladbach . Ξεκίνησα να δουλεύω στο μέσον των σπουδών μου, πριν από 4,5 χρόνια.

Μετά τις σπουδές και την επαγγελματική δραστηριότητα που έχεις ήδη ξεκινήσει, ποιά είναι η εμπειρία σου  από την εργασία ως μουσικός σ΄αυτή τη χώρα;

Γενικά δεν είναι πουθενά εύκολο να γίνεις μαέστρος και να κάνεις σωστά τη δουλειά σου: είτε πρόκειται για εδώ, ή για τη Γερμανία, ή για άλλες χώρες της Ευρώπης.  Στη Γερμανία δεν ήμουν  ο Έλλην που πήγε να σπουδάσει διεύθυνση ορχήστρας διότι δεν υπάρχει κανένας στην Κεντρική Ευρώπη που να λέει ότι η Ελλάδα έχει παράδοση σε μαέστρους – είναι αστείο. Τα τελευταία χρόνια έχουμε την εξαίρεση του Θόδωρου Κουρεντζή που κατέκτησε το διεθνές στερέωμα. Ο κανόνας όμως υπάρχει. Εγώ πήγα στη Γερμανία την εποχή της κορύφωσης της κρίσης στην Ελλάδα, τα χρόνια του μεγάλου δανεισμού, των μνημονίων και του ΔΝΤ. Αυτό επηρέασε αρνητικά,. Έβλεπες τον δισταγμό, την αρνητική προδιάθεση απέναντι στον ακαμάτη Έλληνα σε συνδυασμό με κάποια φοβικά συναισθήματα που έχει ο γερμανικός λαός  ως προς τους “γκασταρμπάϊτερ”, παρ΄ όλο που, έμμεσα, πιστεύω ότι οι Γερμανοί είναι πολύ πιο ανοιχτοί άνθρωποι, παρά τους αρχικούς δισταγμούς τους.

Ποιό είναι το σημείο που επιμένεις για να γίνει η δουλειά σωστά σ’ ένα ανέβασμα όπερας, για παράδειγμα;

Ο βασικός λόγος που προτιμώ να διευθύνω την ορχήστρα στις παραστάσεις όπερας, είναι επειδή εκεί μπορείς να προσφέρεις μια προσέγγιση η οποία θα είναι άρρηκτα δεμένη με τη δραματουργία και τη σκηνοθετική προσέγγιση. Μ΄ άλλα λόγια, μια μουσική δραματουργία. Είναι άπειρες οι φορές σε παραστάσεις όπερας όπου καταλαβαίνεις, μετά από τρία λεπτά, ότι οι μουσικοί κι αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή δεν είναι μαζί. Δεν ακούγονται και δεν επικοινωνούν.

Δεν μπορώ να σου πω πώς λειτουργούν στη Ρωσία, για παράδειγμα, σ’ αυτό το κομμάτι.  Αλλά στον κεντροευρωπαϊκό χώρο, λόγω του κατακερματισμού των κατηγοριών των τεχνών στην καθημερινότητα, τον τρόπο εργασίας, όλο και λιγοστεύουν τα παραδείγματα της συνολικής δουλειάς στην παραγωγή καλλιτεχνικού έργου. Αυτός ο κατακερματισμός, που είναι τεράστιος, και απαραίτητος για τη λειτουργία μιας όπερας, έχει αρνητικά αποτελέσματα στο σκηνικό ανέβασμα στις κεντροευρωπαϊκές χώρες όπου ο καθένας  κοιτά τη δουλειά του. Δεν δημιουργούνται οι απαραίτητες ζυμώσεις κι αυτό στη μουσική είναι επικίνδυνο. Μπορείς να ασχοληθείς  με το αν η μουσική θα σου βγει όπως πρέπει και να μην κάτσεις να ασχοληθείς με τη διαχείριση του θέματος, ειδικά και συνολικά, για ένα “ενωτικό” αποτέλεσμα, στηριζόμενο στη συλλογικότητα ώστε αυτό που θέλει να βγάλει ο σκηνοθέτης να το ακούς κιόλας. Έτσι που η ορχήστρα και η σκηνή να μην είναι ξένα σώματα μεταξύ τους.

Είναι συνεργάσιμοι σ’ αυτό οι Γερμανοί, όταν τους ζητηθεί;

Και στη Γερμανία υπάρχει μια κατηγορία μουσικών που τους είναι δύσκολο να κατανοήσουν αυτή την αναγκαιότητα. Μια άλλη ομάδα θα το δεχτεί με ενθουσιασμό. Ωστόσο, η μεγάλη μερίδα των συνεργατών δεν έχει σκεφτεί πόσο σημαντικό είναι. Στη διάρκεια της δουλειάς όμως, αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για μια “ωραία ιδέα”. Είναι επίσης δύσκολο να κατανοήσει ο τραγουδιστής γιατί αυτό πρέπει να είναι όγδοο και όχι τέταρτο, γιατί έχει να κάνει με την ψυχολογική του υπόσταση εκείνη την ώρα ή με την οδηγία που έδωσε ο σκηνοθέτης για πολύ συγκεκριμένο λόγο. Ομολογώ ότι δουλεύω πολύ λιγότερο πάνω σ’ αυτό απ’  ότι περίμενα όταν είχα σκεφτεί να φύγω για έξω.

Εδώ στην Αθήνα, τί γίνεται;

Η πρώτη μου εμπειρία με τη σκηνοθεσία στη Λυρική είναι τώρα με τη “Νυχτερίδα”. Οι προηγούμενες ήταν μόνο διεύθυνση ορχήστρας. Ο Αλέξανδρος Ευκλείδης  και η σκηνοθετική ομάδα τους συνεργάζονται ως προς αυτή την εκδοχή. Γι’ αυτό κι εγώ συμμετέχω στις πρόβες, είμαι εκεί μ’ ένα πιάνο. Θα μπορούσα να πω ότι το δέχονται ίσως λίγο παραπάνω από τους Γερμανούς, κυρίως επειδή στην Ελλάδα η ενασχόληση με το θέατρο είναι πολύ μεγαλύτερη και το θεατρικό ενδιαφέρον επίσης.

Όταν αναλαμβάνεις ένα έργο , τί κοιτάς πρώτα, πώς το προσεγγίζεις;

Δεν ακούω ηχογραφήσεις, ούτε ανατρέχω στην ιστορική έρευνα. Πρώτα κοιτώ τί θα μου βγάλει η παρτιτούρα, το έργο αυτό καθαυτό. Μετά θα δω όλα τα άλλα στοιχεία- ιστορική αναλυτική μουσικολογική έρευνα της περιόδου, πολιτικοκοινωνικά στοιχεία εδικά στον τρόπο που γράφεται και στην εποχή και στο τέλος θα μπω στη διαδικασία ν΄ακούσω κάποιες ηχογραφήσεις. Συνήθως όταν εισέρχομαι στις ηχογραφήσεις έχω, ήδη, καταλήξει, σε πολύ μεγάλο βαθμό στη δική μου οπτική απέναντι στο έργο.

Πώς σε έχει υποδεχτεί το κοινό, τα ΜΜΕ στη Γερμανία;

Οι κριτικοί είναι μέχρι στιγμής  τα του Καίσαρος τω Καίσαρει κι αυτό με χαροποιεί. Επισημαίνουν το ψεγάδι, επαινούν το καλό, το ωραίο και προχωρούν στην κριτική.  Το κοινό ανταποκρίνεται σε πολύ καλό βαθμό αν λάβουμε υπόψη μας ότι στη γεωγραφική περιοχή όπου βρίσκομαι, υπάρχουν 20 όπερες συν τις ορχήστρες κλασικής μουσικής. Ειδικά δε, στη Ρηνανία- Βεστφαλία που διαθέτει τη σημαντικότερη μουσική σκηνή σύγχρονης μουσικής στην Ευρώπη. Μέχρι στιγμής στο συγκεκριμένο θέατρο όπου εργάζομαι έχτισα τον εαυτό μου αρχίζοντας από τα φώτα και τους υπέρτιτλους – γιατί έχω κάνει και υπέρτιτλους στην έως τώρα ζωή μου – μέχρι τη διεύθυνση ορχήστρας. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει: βήμα το βήμα να φτάσω σε ένα επίπεδο που θα μπορώ, επιλέγοντας τους συνεργάτες μου, να δουλεύω, αποκλειστικά, στο επίπεδο που εγώ θέλω να δουλεύω. Γι’ αυτό σε όσα έχω κάνει, και ήξερα ότι τα έχω κάνει καλά, η συμπεριφορά του κοινού ήταν τέτοια που με ενθαρρύνει να συνεχίσω. Υπάρχει επαναληπτικότητα, μαθαίνουν ότι εμφανίζεσαι κι έρχονται.

Από αυτή τη χρονιά, η ηγεσία του ΥΠΠΟΑ και η διεύθυνση της Λυρικής Σκηνής, ανακοίνωσαν μια εκστρατεία “εξωστρέφειας” ως προς την πολιτική που θα ακολουθήσουν στο προσεχές μέλλον για το “ταξίδι” της Λυρικής στο εξωτερικό. Μια πολιτική, η οποία, όμως, σύμφωνα με το πρόγραμμα που ανακοινώθηκε, εξαντλείται, μέχρι στιγμής, στη μετάκληση σκηνοθετών, πρωταγωνιστών και άλλων συντελεστών της όπερας, χωρίς να συμβαίνει το αντίστροφο με τους δικούς μας. Θα ήθελα τη γνώμη σου.

Η εξωστρέφεια με κρατικά χρήματα ή με ιδιωτικά προϋποθέτει μια δουλειά αρκετών χρόνων με πολύ μεγάλη βαρύτητα στα ουσιώδη, ώστε να μπορέσεις να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο να έχεις κάτι που να θες να το εξάγεις. Δεν έχει σημασία αν είναι καλό ή όχι, σημασία έχει πώς δουλεύεις όλο το προηγούμενο διάστημα ώστε να σε πάρουν στα σοβαρά. Όσους γνωστούς, της δουλειάς, προσκαλώ από τη Γερμανία να έρθουν στην ΕΛΣ, η πρώτη αντίδρασή τους είναι  “Α, δεν το ξέρω”- γνωρίζουν όμως το νέο κτίριο όπου στεγάζεται στο ΚΠΙΣΤ κι έχουν την περιέργεια να έρθουν να δουν τί κάνεις εκεί. Να σημειώσουμε ότι η Λυρική δεν διαθέτει τον αριθμό εκείνο ατόμων της ορχήστρας για περιοδεία και πρόγραμμα σαιζόν, ταυτόχρονα. Είναι δεδομένο ότι δεν υπάρχει εξωστρέφεια στο σημείο αυτό. Δεν υπάρχει ούτε για τον εργαζόμενο μαέστρο στην Ελλάδα η δυνατότητα να κληθεί να διευθύνει ορχήστρα γερμανική, για παράδειγμα. Είναι φοβερά δύσκολο.

Στο θέμα των υποδομών η Ελλάδα έχει χρόνια τώρα δημιουργήσει και λειτουργεί τα Μουσικά Λύκεια.

Τα Μουσικά Λύκεια έχουν μεγάλους περιορισμούς. Ποιό Μουσικό Λύκειο μπορεί να πει ότι συναγωνίζεται  ένα οποιοδήποτε μουσικό λύκειο της γερμανικής επικράτειας που έχει δεδομένη τη συμφωνική του ορχήστρα και δεδομένες 10 συναυλίες συμφωνικής μουσικής το χρόνο;

Συμφωνική ορχήστρα Λυκείου;

Ναι, προβλέπεται στα Μουσικά Λύκεια της Γερμανίας. Μέχρι πριν από δέκα χρόνια, οκτώ στα δέκα Λύκεια είχαν ορχήστρα συμφωνικού σχήματος  που μπορούσε κι έπαιζε πέντε με δέκα συναυλίες το χρόνο με έργα κλασικής μουσικής. Αν και ο αριθμός των ορχηστρών έχει μειωθεί  τα τελευταία χρόνια, ωστόσο αυτό δεν μπορείς να το ανταγωνιστείς.

Υπάρχει μια τάση ανανέωσης της σύνθεσης των ελληνικών ορχηστρών, αυτών των λίγων που διαθέτουμε. Νέοι μουσικοί με σπουδές στο εξωτερικό επιστρέφουν και τις στελεχώνουν.

Ναι, όλο και περισσότεροι Έλληνες σπουδάζουν μουσική στις χώρες της ΕΕ και στελεχώνουν ορχήστρες όχι μόνο έξω αλλά και στην Ελλάδα όπου το δυναμικό ανανεώνεται και αναζητούνται μουσικοί με εμπειρίες στη δουλειά. Αυτό, όμως,  δεν αναιρεί το πρόβλημα ότι δηλαδή οι ορχήστρες μας δεν είναι ακόμα ανταγωνιστικές διεθνώς, ότι χώρα μας εξακολουθεί να έχει ελλειπή μουσική παιδεία, ότι η κλασική μουσική είναι απαξιωμένη, δεν έχει εγγραφεί στο ιστορικό μας αποτύπωμα από 500-600 χρόνια πριν. Οι δικές μας ορχήστρες  έχουν δρόμο ακόμα για να φτάσουν να παίζουν όπως μια κορυφαία γερμανική ορχήστρα. Απαιτείται συλλογική δουλειά και πολύ σοβαρή οργάνωση του υλικού σου, όχι μόνο ως μουσικού αλλά και ως ατόμου.

Οι συνθέτες που προτιμάς;

Στα 25 μου χρόνια, τότε που πήγα στο εξωτερικό, αρνιόμουν να επιλέξω συνθέτες ως αγαπημένους. Τα τελευταία όμως χρόνια, έχω αρχίσει να καταλήγω. Δεν μπορώ να πω ότι έχω μια μουσική περίοδο που με συγκινεί φανταστικά, τρελαίνομαι όμως με τον Μοντεβέρντι, τον Μότσαρτ,  το Ρίχαρντ Στράους, τον Πουτσίνι και τον Σούμαν στα πιανιστικά του έργα.  Είναι ο αγαπημένος μου συνθέτης για πιάνο.

Σύντομο βιογραφικό:

Ο Γιώργος Ζιάβρας με έδρα τη Γερμανία εργάζεται ως  μόνιμος αρχιμουσικός (Kapellmeister) στην Όπερα Krefeld / Mönchengladbach και κατά διαστήματα ως επισκέπτης μαέστρος στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Σπούδασε διεύθυνση ορχήστρας με τον καθηγητή Michael Luig στο Hochschule für Musik und Tanz Köln, πιάνο στην Αθήνα και την Κολωνία με τους Ελισάβετ Κουνελάκη και Paulo Alvares και φοίτησε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ στην Αθήνα.

Η συνεργασία του με το θέατρο Krefeld / Mönchengladbach ξεκίνησε το 2014, ως μέλος του φημισμένου Opernstudio Niederrhein. Σε διάστημα μόλις 4 χρόνων προήχθη στη θέση του μόνιμου αρχιμουσικού. Το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει έργα για την όπερα, την οπερέτα, το μουσικό θέατρο, το μπαρόκ, τη σύγχρονη μουσική και άλλα μουσικά στυλ. Την περίοδο 2019/2020 στο ρεπερτόριό του περιλαμβάνονται το Der goldene Drache (P. Eötvös), το Let’s Stop Brexit (βασισμένο σε έργα Gilbert και Sullivan), Die Zauberflöte (W. Α. Mozart), η Sunset Boulevard (A. L. Weber), Les Dialogues des Carmelites (Fr. Poulenc), μια συναυλία με έργα κινηματογραφικής μουσικής et. al.

Με την Εθνική Λυρική Σκηνή ο Γιώργος Ζιάβρας άρχισε να συνεργάζεται το 2018. Φέτος, τον Φεβρουάριο θα διευθύνει τη Νυχτερίδα του Johann Strauss και τον Απρίλιο το Stabat Mater του James Dillon.

Ο Έλληνας μαέστρος είναι ο ιδρυτής της CoGNiMUS Collektiv  με έδρα την Κολωνία. Ξεκινώντας από το 2015, η CoGNiMUS σχεδίασε και εκτέλεσε πολυάριθμα έργα, με στόχο πάντα την αναμόρφωση του τρόπου με τον οποίο δεχόμαστε, κατανοούμε και αισθανόμαστε την κλασσική μουσική επί σκηνής. Αυτή την περίοδο 2020/2021 σχεδιάζουν την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία το 2020/2021.

Ο Γιώργος Ζιάβρας δραστηριοποιείται επίσης στη σύγχρονη μουσική σκηνή, στην Κολωνία και στο εξωτερικό (Electronic ID, Φεστιβάλ Gaudeamus, Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου κ.α.). Το 2019, ίδρυσε μαζί με συναδέλφους, ειδικούς στη σύγχρονη μουσική, το Erma Ensemble. Η πρώτη δημόσια συναυλία του Erma Ensemble που έγινε τον Δεκέμβριο του 2019 υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Ζιάβρα τάραξε τα νερά στη γερμανική σύγχρονη σκηνή. Έχει επίσης διευθύνει πολλές συμφωνικές ορχήστρες όπως η Philarmonie Südwestfalen, η Niederrheinische Sinfoniker, η Ορχήστρα της ΕΛΣ, η Südwestdeutsches Kammerorchester Pforzheim κα.