ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑΣ: ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΙΣΛΑΜΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: anyteart  16/6/21

Τα κεραμικά της Κιουτάχειας και ειδικά την παραγωγή αγγείων και πλακιδίων των αρχών του 20ου αιώνα, παρουσιάζει σε έκθεση το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης (Μουσείο Μπενάκη) με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό, τον Ιούλιο του 1921.

Η Κιουτάχεια, η κατά την αρχαιότητα ελληνική πόλη Κοτύαιον, ή Κοτυάειον, πατρίδα του Αισώπου, βρίσκεται 65 χλμ. νοτιοδυτικά του Εσκή Σεχίρ. Λόγω της θέσης της υπήρξε σημαντικό, ανά τους αιώνες, σταυροδρόμι εμπορικών οδών. Πριν τo 1922 αριθμούσε περισσότερους από 32.000 κατοίκους. Οι Έλληνες ήταν  5.000 περίπου και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή κατέφυγαν στην Ελλάδα. Oι Αρμένιοι ανήρχοντο σε 3.000 από τους οποίους άλλοι κατάφεραν να διαφύγουν ενώ άλλοι εξοντώθηκαν. Το 1950 ο πληθυσμός ήταν 20.000 κάτοικοι. Σήμερα εκτιμάται ότι έχει υπερβεί τους 200.000.

Η πόλη υπήρξε διάσημη για τα περίφημα βιοτεχνικά προϊόντα αγγειοπλαστικής και κεραμικής τέχνης. Από τον 15ο αιώνα αναδείχτηκε σε σημαντικό κέντρο αγγειοπλαστικής και μετά την παρακμή των κεραμικών ιζνίκ, οι τεχνίτες της ακολούθησαν τη δική τους παραγωγή σε αγγεία και πλακιδία με εμφανείς επιρροές από τις κινεζικές και ιαπωνικές πορσελάνες αλλά και τα κεραμικά του Ιράν και της Ευρώπης. Θέματα των κεραμικών οι συνθέσεις με άνθη, τα φυσικά μοτίβα και οι ανθρώπινες μορφές.

 

Πιάτο με το έμβλημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την τουρά του Μεχμέτ ΣΤ’ Βαχιντεντίν τελευταίου Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πιθανολογείται να προέρχεται από το εργαστήριο των αδελφών Hadjiminassian ως αναμνηστικό της ενθρόνισης του Σουλτάνου.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα σημειώνεται μαζική παραγωγή κεραμικών ειδών σε παραγγελίες για την επένδυση τζαμιών, μνημείων και άλλων οικοδομημάτων, στο πλαίσιο του Πρώτου Εθνικού Αρχιτεκτονικού Κινήματος που ενσωμάτωνε στοιχεία της οθωμανικής και σελτζουκικής αρχιτεκτονικής. Η πόλη διέθετε σπουδαία εργαστήρια όπως του Hafız Mehmed Emin Efendi, των αδελφών Hadji Minassian και του David Ohannessian και εννέα αγγειοπλαστεία ελλήνων με σημαντικότερο εκπρόσωπό τους τον Μηνά Αβραμίδη. Οι συνέπειες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έφεραν τα εργαστήρια  της Κιουτάχειας στα όρια της χρεωκοπίας λόγω της μείωσης του έμψυχου δυναμικού, της έλλειψης παραγγελιών και γενικότερα της διακοπής του εμπορίου και των κρατικών αναθέσεων. Στις συνθήκες αυτές προστέθηκαν οι διώξεις των αρμενίων και των ελλήνων λόγω της προσέγγισης του ελληνικού στρατού.

 

Ελληνες αξιωματικοί και στρατιώτες του ιππήλατου πυροβολικού, στην Κιουτάχεια(1921)

 

Με την κατάληψη της Κιουτάχειας, την 4η Ιουλίου 1921, οι Έλληνες εντυπωσιάστηκαν από την πόλη και οι «πορσελάνες» της Κιουτάχειας έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς. H επαναλειτουργία των εργαστηρίων έδωσε τα πρώτα κεραμικά με ελληνικές επιγραφές να παραπέμπουν στη νικηφόρα μάχη και στη συνέχεια να αποκτούν αναμνηστικό χαρακτήρα αναγράφοντας τις λέξεις «ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑΣ» ή «ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑ», καθώς και τα αρχικά ή και ολόκληρο το όνομα του ιδιοκτήτη τους. Ήταν, κυρίως,  χρηστικά αντικείμενα όπως δίσκοι, φλυτζάνια, τσαγιέρες, πιάτα, βάζα, ανθοδοχεία, μποτίλιες νερού κ.λπ., αλλά και τραπέζια με κεραμικές επιφάνειες. Η ελληνική κατοχή της Κιουτάχειας διήρκεσε ένα έτος, ένα μήνα και 14 ημέρες. Με την υποχώρηση του ελληνικού στρατού, στα μέσα Αυγούστου του 1922, άρχισε η έξοδος των ελληνικής και αρμενικής καταγωγής κατοίκων της Κιουτάχειας προς Προύσα και στη συνέχεια μέσω Μουδανιών προς Θεσσαλονίκη και Ανατολική Θράκη. Μετά την αποχώρηση των χριστιανών η Κιουτάχεια έχασε για πάντα τον πολυπολιτισμικό και πολυεθνικό της χαρακτήρα. Ο πόλεμος διέκοψε βίαια μία συνύπαρξη αιώνων των τριών μεγαλύτερων κοινοτήτων της πόλης.

 

 

Πιάτο με απεικόνιση της μητέρας Αρμενίας να θρηνεί στα επείπια των αρχαίων της πόλεων, πλαισιωμένη από πεσμένα όπλα, λάβαρα και σύμβολα των πρώτων βασιλείων της Αρμενίας. Είναι έργο του Αρμένιου τεχνίτη Αγκόπ Καραμπατζακιάν πιθανόν από το εργοστάσιο της Κιουτάχειας Αθηνών (μέσα δεκαετίας ’20).

 

Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Από το 1923 ιδρύθηκαν εργαστήρια και εργοστάσια αγγειοπλαστικής όπου εργάστηκαν Έλληνες και Αρμένιοι τεχνίτες πρόσφυγες από την Κιουτάχεια, συνεχίζοντας την κεραμική παράδοση της πατρίδας τους. Ανάμεσα στους καλλιτεχνικούς ρυθμούς του εργοστασίου της «Κεραμεικός ΑΑΕ» υπήρχε και μια κατηγορία θεμάτων εμπνευσμένων από τα μοτίβα της Κιουτάχειας, που χαρακτηρίζονταν ως ρυθμός Μικράς Ασίας.

Η έκθεση αναπτύσσεται στους στρείς ορόφους του μουσείο, εμβόλιμα στο κέντρο της κάθε αίθουσας. Το κοινό βλέπει τα περίτεχνα κεραμικά που αποτελούν ιστορικά τεκμήρια και, για πρώτη φορά, έρχεται σε άμεση επαφή με μια άγνωστη και αφανή πτυχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Φωτογραφίες του ελληνικού στρατού, τοπία και αστικές περιοχές, εικόνες από το εσωτερικό των εργαστηρίων συνοδεύουν τα έργα τέχνης. Ο πόλεμος, ο ενθουσιασμός της νίκης, η εξατομίκευση μιας μικρής πολυτέλειας, η μελλοντική γαμήλια ευτυχία, αλλά και η επιφυλακτικότητα για την τελική έκβαση της εκστρατείας, αποτυπώνονται, άλλοτε με εμφανή και άλλοτε με αδιόρατο τρόπο, πάνω στα κεραμικά που βγαίνουν από τα καμίνια της Κιουτάχειας λίγα μόλις χιλιόμετρα από την πρώτη γραμμή του μετώπου.

Την έκθεση συνοδεύει εικονογραφημένος κατάλογος “Ενθύμιον Κιουτάχειας” με αποτυπώσεις της ιστορίας στην κεραμική τέχνη στην Κιουτάχειας.

ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ : Ντίνος Κόγιας / Οργάνωση-συντονισμός: Μίνα Μωραΐτου, Γκρέτα Βασιλείου

  • Oι φωτογραφίες είναι της anyteart από την επίσκεψη  στην έκθεση.