ΕΝΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ ΣΤΟΝ “ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ” ΜΕ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΤΟΝ ΧΟΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΛΡΙΧ ΡΑΣΕΛ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη, 25/7/22

Ο λόγος, ο ρυθμός, o συνεχής χορός της ομάδας, η μουσική και ο φωτισμός ήταν τα σημεία αιχμής για τη σύνθεση της παράστασης «Αγαμέμνων» του Αισχύλου σε μετάφραση και απόδοση του ακαδημαϊκού και φιλολόγου Walter Jens από το Rezidenztheater του Μονάχου, σε σκηνοθεσία Ούλριχ Ράσελ που είδαμε στη Επίδαυρο (22και 23 Ιουλίου). Μια παράσταση αντιπροσωπευτική του «μεταδραματικού θεάτρου» που παρουσίασε στη σκηνή το πρώτο μέρος της αισχύλειας τριλογίας «Ορέστεια», επί μιας σύνθετης μηχανικής εγκατάστασης μεγάλης κλίμακας η οποία κάλυψε όλη την ορχήστρα του αργολικού θεάτρου και κατέστησε το Χορό κυρίαρχο ερμηνευτικό εργαλείο με τα μέλη του να αναδεικνύουν τους ρόλους και να επιστρέφουν πάλι στο σύνολο ενώ η ζωντανή επί σκηνής μουσική καθοδηγούσε τα σώματα και τη γλώσσα.

Σε συνεχή χορευτικό βηματισμό, αντίθετο στη φορά της κινούμενης κυκλικής σκηνής, ο Χορός του «Αγαμέμνονα» εκφέρει επι δύο ώρες το λόγο ρυθμικά και εύηχα, τις συλλαβές των λέξεων κι εκείνες των προτάσεων με μεγάλη ακρίβεια έτσι ώστε να αντηχούν στο ανοιχτό αρχαίο θέατρο και καθυποβάλει το κοινό με την επι σκηνής ζωντανή μουσική απο τύμπανα και κρουστά (Νιco van Wersch) και τον τελευταίας τεχνολογίας φωτιστικό σχεδιασμό(Gerrit Jurda).

Ποτέ άλλοτε απ΄όσο θυμούνται οι θαμώνες του Φεστιβάλ Επιδαύρου δεν είχαμε παρακολουθήσει μια τόσο παράδοξη συνάντηση της αρχαίας με τη σύγχρονη φόρμα να προκαλεί συγκίνηση και δέος ούτε ποτέ είχαμε ακούσει, στη δική μας γλώσσα, τόσο καθαρή και δυνατή την εκφορά του λόγου, μήτε τους ηθοποιούς τόσο άρτια δεμένους μεταξύ τους όσο η δεκαμελής ομάδα των Liliane Amuat, Anna Bardavelidze, Pia Handler, Thomas Lettow, Niklas Mitteregger, Max Rothbart, Lukas Rüppel, Noah Saavedra, Myriam Schröder, Moritz Treuenfels.

«Η ομορφιά στις αρχαίες τραγωδίες – και στην περίπτωση αυτή στο κείμενο του Αισχύλου – έγκειται στο γεγονός ότι ο ρυθμός είναι εγγεγραμμένος στην ποιητική γλώσσα. Οι ηθοποιοί ανακαλύπτουν τον ρυθμό του κειμένου ενώ ο Νίκο αναπτύσσει τη μουσική. Αν αυτός ο ρυθμός συνδυαστεί με μια χορευτική κίνηση, τότε η μουσική αποδίδεται ακόμα πιο εκφραστικά» -αναφέρει ο Ούλριχ Ράσε σε συνέντευξη του στη Στέφανι Καρπ που δημοσιεύεται στο πρόγραμμα της παράστασης.

«Για τους ποιητές των αρχαίων τραγωδιών το δραματικό κείμενο δεν είχε δική του, αυτοτελή αξία. Εκείνο που είχε σημασία ήταν μόνο η ενσάρκωση της γλώσσας, η ανάδυση του λόγου. Θεωρώ ότι αυτή ήταν η πραγματική διαδικασία στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και γι’ αυτό ακριβώς έχει τόση σημασία το πώς σωματοποιείται η γλώσσα, πώς περνάει μέσα από την κίνηση. Δεν θα ισχυριζόμουν ποτέ –όπως συχνά ακούγεται για τη δουλειά μου – ότι οι ηθοποιοί μου περπατούν ή τρέχουν. Πάντα λέω ότι χορεύουν. Πάντα λέω ότι πρόκειται για κίνηση, χορευτική κίνηση.Στην αρχαία τραγωδία αυτή η κίνηση αντιστοιχεί στο πώς κάνειντην είσοδό του ο Χορός πώς χορεύει και πώς απαγγέλει ρυθμικά

Στην παράσταση ο Ράσε αναδεικνύει επίσης την πολιτική διάσταση του έργου με την επιστροφή των πολεμιστών μετά από τον δεκαετή πόλεμο στην Τροία, τις συνέπεις και εντάσεις που προκύπτουν ακόμα και από την πλευρά των νικητών, τις κοινωνικές επιπτώσεις από τις χιλιάδες νεκρούς στα πεδία των μαχών. Στον πολιτικό στίβο εντάσσεται και η θέση της Κλυταιμνήστρας που ερμηνεύει η Pia Handler σ΄ένα μοναδικό ρεσιτάλ ηθοποιϊας. Είναι η γυναίκα βασίλισσα η οποία προσπαθεί να επιβληθεί στην ανδροκρατούμενη κοινωνία και να βρει τη δύναμη να εκδικηθεί τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας. Κατακόκκινη η σκηνή τη στιγμή του φόνου εντός του ανακτόρου των Μυκηνών του νικητή και τροπαιούχου στρατηγού των Αχαιών Αγαμέμνονα, «δίνει στα όργανα φωτιά» κορυφώνοντας σταδιακά την έντασή τους ενώ ο φωτισμός να ματώνει ακόμα περισσότερο την περιστρεφόμενη σκηνή  όταν η Κλυταιμνήστρα εμφανίζεται γυμνή, να σέρνει τα νεκρά σώματα του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας. Κορύφωμα της θεατρικής πράξης η  “απολογία” της  για το φονικό κλείνει τη δίωρη παράσταση κι ενώ οι καπνοί πληθαίνουν κι ο φωτισμός γίνεται ολοένα πιό ψυχρός, προαναγγέλεται η έλευση του μητροκτόνου Ορέστη. Τότε το κοινό καθηλώνεται κι αμέσως ξεσπά επιβραβεύοντας με χειροκτροτήματα κι επιφωνήματα την παράσταση του γερμανικού θεάτρου.

Να σημειωθεί ότι το Rezidenztheater σκοπεύει να προχωρήσει στην παραγωγή και των άλλων δύο έργων της Ορέστειας με διαφορετική, αλλά εξίσου ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά και όπως γράφει στο πρόγραμμα της παράστασης ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Αντρέας Μπεκ “θα χαιρόμασταν πολύ να καταφέρουμε να παρουσιάσουμε και αυτά τα μέρη της τριλογίας στην Επίδαυρο, το λίκνο της τέχνης μας”.

Η παράσταση του Αγαμέμνονα είναι συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και του Rezidenztheater του Μονάχου. Οργανώθηκε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας και με την υποστήριξη του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας. Η παραγωγή εντάσσεται στο πλαίσιο του εορτασμού των 70χρόνων του Ινστιτούτου Γκαίτε.