ΕΦΥΓΕ Ο ΔΙΑΣΗΜΟΣ ΜΑΕΣΤΡΟΣ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΧΑΪΤΙΝΚ (1929- 2021)

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: anyteart, 22 /10/21

Ο Μπέρναρντ Χάιτινκ, ένας από τους διαπρεπείς μαέστρους της εποχής μας, πέθανε, χθές, σε ηλικία 92 ετών. Ο oλλανδός μαέστρος της φινέτσας και της χάρης που διηύθυνε την περίφημη Βασιλική Ορχήστρα Κονσερτγκεμπάου (Concertgebouw) του Άμστερνταμ, επί 27 χρόνια, πέθανε στις 21 Οκτωβρίου, στο σπίτι του στο Λονδίνο περιτριγυρισμένος από τη σύζυγό του και την οικογένειά του. Ο Χάιτνκ υπήρξε, επίσης, μουσικός διευθυντής της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου και της Όπερας του Φεστιβάλ Glyndebourne, κύριος μαέστρος της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου, της Συμφωνικής Ορχήστρα του Σικάγου και μαέστρος περισσότερων από 450 ηχογραφήσεων. Η κληρονομιά του είναι τεράστια. Ήταν ο αποδέκτης του Βραβείου Lifetime Achievement της Gramophone το 2015.

Ο Χάιτινκ γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1929 στο Άμστερνταμ, όπου σπούδασε βιολί και διεύθυνση ορχήστρας στο Ωδείο. Έκανε το ντεμπούτο του στη διεύθυνση ορχήστρας με τη Φιλαρμονική του Ραδιοφώνου της Ολλανδίας το 1954 και την επόμενη χρονιά, αντικτέστησε τον Carlo Maria Giulini και διηύθυνε, για πρώτη φορά, τη διάσημη Ορχήστρα Concertgebouw. Το 1959, μετά το θάνατο του Eduard van Beinum, ονομάστηκε “πρώτος μαέστρος” της ορχήστρας: ήταν 30 χρονών. Δύο χρόνια αργότερα μοιράστηκε τον τίτλο του “κύριου μαέστρου” με τον Eugen Jochum και στη συνέχεια, το 1963, έγινε ο κύριος μουσικός διευθυντής της Ορχήστρας. Για τα επόμενα 25 χρόνια –μέχρι την παραίτησή του το 1988– θα ανέπτυσε μια από αυτές τις περίφημες σχέσεις μαέστρου-ορχήστρας που, ευτυχώς, κατοχυρώθηκε σε δίσκους, κυρίως από τη Philips. Στην καρδιά ενός μεγάλου και εκτεταμένου ρεπερτορίου βρίσκονταν τα μεγάλα κεντρικά έργα της αυστρο-γερμανικής λογοτεχνίας.

Ακολούθησαν Συμφωνίες του Μπετόβεν, του Μπραμς, του Σούμαν και του Τσαϊκόφσκι, και ο Χάιντινκ αποδείχθηκε επίσης εξαιρετικός συνεργάτης κονσέρτου. Διηύθυνε τα κονσέρτα για πιάνο του Μπετόβεν για τους Claudio Arrau, Murray Perahia (βραβεύτηκε με Βραβείο Κοντσέρτου Γραμοφώνου το 1986 για τα Nos 3 και 4) και András Schiff (με τη Staatskapelle της Δρέσδης). Όταν ο Χάιτινκ αγκάλιασε το γαλλικό ρεπερτόριο, τα αποτελέσματα ήταν συναρπαστικά και μια ηχογράφηση που περιελάμβανε Jeux και Nocturnes του Ντεμπυσί του έφερε δύο βραβεία “Gramophone – Orchestral and Engineering”, το 1980. Ως κύριος μαέστρος της Φιλαρμονικής του Λονδίνου από το 1967 έως το ’79, μας χάρισε συμφωνίες του Σοστακόβιτς και αποδείχθηκε επίσης καλός υποστηρικτής των βρετανών συνθετών όπως οι Elgar,  Walton και Vaughan Williams.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 είδε την πρώτη του σημαντική ενασχόληση με την όπερα: πρώτα στο Glyndebourne (1978-88) και μετά στο ROH (1987-2002) όπου το ρεπερτόριό του κυμαινόταν από τον Μότσαρτ έως τον Βάγκνερ. Ο “Δον Τζιοβάνι” του 1983, με τον Τόμας Άλλεν στον ομώνυμο ρόλο στις παραστάσεις στο Glyndebourne, κέρδισε το βραβείο “Gramophone Opera Award” το 1985. Επίσης για την EMI, ηχογράφησε τους Βάγκνερ και Στράους.

Μια άλλη περίοδος τον είδε να αναλαμβάνει δύο σημαντικές θέσεις: ως αρχιμαέστρος της Staatskapelle της Δρέσδης (2002-4) και ως κύριος μαέστρος της Συμφωνικής του Σικάγο (2006-10). Έκτοτε συνέχισε να αναπτύσσει στενές σχέσεις με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης. Έλαβε τιμητικό τίτλο του μέλους στη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης που είχε διευθύνει για πρώτη φορά το 1972 – το 2019, οπότε ανακοίνωσε την απόσυρσή του μετά από 65 χρόνια στο βάθρο. Την επόμενη χρονιά ήταν το θέμα ενός προφίλ στο BBC από τον John Bridcut, “Μπέρναρντ Χάιτινκ : ο αινιγματικός μαέστρος”. Πέθανε ειρηνικά στο σπίτι του στις 21 Οκτωβρίου, περιτριγυρισμένος από τη σύζυγό του και την οικογένειά του. ,