DOCUMENTA (1955-1997) : ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: anyteart 3/8/21

H Documenta είναι ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά γεγονότα στην Ευρώπη από το 1955: τότε που υπογράφεται η Συνθήκη των Παρισίων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γίνεται μέλος του ΝΑΤΟ και μέλος της δυτικής συνομοσπονδίας, ο γγ του ΚΚΣΕ Νικήτα Χρουστόφ διακηρύσσει τη «θεωρία δύο κρατών» και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ανακηρύσσεται κυρίαρχο κράτος. Κάπου εκεί κοντά, στην πόλη Κάσσελ, στα εσωτερικά σύνορα των “δύο χωρών”, η δυτική πλευρά ανακοινώνει τη διοργάνωση στο εξής της μεγάλης διεθνούς εικαστικής έκθεσης Documenta, μία από τα πιο φημισμένες εκθέσεις στην Ευρώπη. Αρχικά κάθε τέσσερα, στη συνέχεια κάθε πέντε χρόνια, το υψηλό volée της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής σκηνής συγκεντρώνεται στο Κάσσελ, χιλιάδες επισκέπτες συρρέουν στην Documenta και την μετατρέπουν σε μια εκδήλωση με ιδιαίτερα υψηλή λάμψη- γεγονός που η ίδια η Γερμανία χρησιμοποιεί έντεχνα όλα αυτά τα χρόνια για την αυτοπροβολή της και για  πολιτικούς σκοπούς.

Η τρέχουσα έκθεση “Documenta – Politics and Art” στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο (DHM) στο Βερολίνο εντοπίζει αυτές τις συνδέσεις και ανοίγει νέα βάση εξετάζοντας την ιστορία της Documenta 1 έως 10 στο πλαίσιο της πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μεταξύ 1955 – 1997. Έργα τέχνης, ταινίες, έγγραφα, αφίσες, προφορικές συνεντεύξεις ιστορίας και άλλα πρωτότυπα αντικείμενα πολιτιστικής και ιστορικής αξίας απεικονίζουν τον τρόπο με τον οποίο η Documenta, ως καλλιτεχνικό γεγονός και ιστορικός χώρος, σχολίασε, ζήτησε και αντικατόπτρισε την πολιτική και κοινωνική αλλαγή. Ανάμεσά τους είναι και διάσημα έργα που προβλήθηκαν στην Documenta από καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όπως οι Max Beckmann, Willi Baumeister, Joseph Beuys, the Guitzer Girls, Hans Haacke, Séraphine Louis, Wolfgang Mattheuer, Emy Roeder, Andy Warhol και Fritz Winter.

Η πρώτη Documenta του 1955, στόχο είχε να αποκαταστήσει τη νεωτερικότητα χωρίς, ωστόσο, να είναι κάτι σύγχρονο. Εδώ εκτέθηκαν καλλιτέχνες που εξοστρακίστηκαν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εποχής, στην εθνικοσοσιαλιστική έκθεση «Εκφυλισμένη Τέχνη». Υπό τους εθνικοσοσιαλιστές, τα αφηρημένα, μοντερνιστικά, έργα κοινωνικής κριτικής και πολιτικά έργα τέχνης δυσφημίστηκαν, καθώς και Εβραίοι καλλιτέχνες. Δέκα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, η αιθαλομίχλη της συντηρητικής πολιτικής τέχνης υπό τον Aντενάουερ κυριαρχούσε ακόμα στη Γερμανία. Οι καλλιτέχνες του κλασικού μοντερνισμού δεν έτυχαν της ίδιας αναγνώρισης όπως πριν από το 1933. Για αυτούς, η documenta προχώρησε για να γίνει η νέα τους σκηνή. Φωτογραφικά πορτρέτα των (αρσενικών) «κυρίων» της κλασικής πρωτοπορίας υποδέχονταν το κοινό στην είσοδο, αλλά γυναίκες δεν εμφανίστηκαν – σχεδόν δεν υπήρχε χώρος στην έκθεση. Ήταν όμως έτοιμο το κοινό της δεκαετία του ’50 να προσεγγίει την άλλοτε εκφυλισμένη τέχνη και να αποδεχτεί τις τάσεις που διαμορφώνονταν δέκα χρονια μετά τη λήξη του ΒΒΠ και μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου; Μόνο, ως φαίνεται από την έκθεση, η Ομοσπονδική Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν έτοιμη να ξεκαθαρίσει οριστικά τη θέση της μακριά από το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό του παρόντος και το ναζισμό του παρελθόντος.

H έκθεση στο DHM αφηγείται μια ιστορία επιτυχίας. Ότι δηλαδή η Documenta 1 ήθελε να δείξει πόσο επιτυχημένη ήταν η επανεμφάνιση της σύγχρονη τέχνη στη ΟΔΓ. Το εγχείρημα ωστόσο, ανέτρεξε, για τη διοργάνωσή του, σε στελέχη πρώην μέλη του ναζιστικού κόμματος( NSDAP). Συγκεκριμένα, ο καλλιτεχνικός σύμβουλος για τις τρεις πρώτες εκθέσεις Documenta, Werner Haftmann, αναφέρεται στην έκθεση στο DHM και χάρη στην τελευταία ερευνητική εργασία του ιστορικού Carlo Gentile, αποκαλύπτεται το εύρος του ναζιστικού παρελθόντος του.

Μέχρι την documenta 3, ο σοσιαλδημοκράτης Arnold Bode (1900-1977) και το πρώην μέλος του NSDAP,  ιστορικός τέχνης Werner Haftmann (1912-1999) συνεργάστηκαν στενά. Ενώ ο  Bode έχασε τη δουλειά του, το 1933, εξαιτίας των εθνικοσοσιαλιστών, ο Haftmann μπόρεσε να συνεχίσει την καριέρα του. Το 1936  πήγε στην Ιταλία, όπου έγινε ο πρώτος βοηθός στο διάσημο Ινστιτούτο Ιστορίας της Τέχνης στη Φλωρεντία. Από το 1940 υπηρέτησε ως στρατιώτης στην Ιταλία κι από το 1943 συνεργάστηκε με  μυστικές υπηρεσίες. Τιμήθηκε από τη Βέρμαχτ για την επιτυχία του στο κυνήγι των Ιταλών παρτιζάνων. Ο ιστορικός Carlo Gentile έχει ερευνήσει αυτό το μέρος της βιογραφίας του Haftmann για το οποίο ο ίδιος σιωπούσε σ’ όλη του τη ζωή.

Ο Haftmann υπήρξε ένας σεβαστός ιστορικός τέχνης, συγγραφέας του βιβλίου “Ζωγραφική στον 20ό αιώνα” (1954). Σήμερα μπορεί κανείς να καταδικάσει αυτό το έργο στο οποίο εκτός από τις γενικεύσεις και τις απλουστεύσεις, υπάρχουν αντισημιτικές θέσεις και, σε γενικές γραμμές, συνεχίζεται μια ιστορική αφήγηση που θυμίζει τα πρώτα χρόνια της ναζιστικής εποχής, όταν δεν είχε ακόμα αποφασιστεί το αισθητικό μοντέλο που εκπροσωπούσε πραγματικά η ναζιστική ιδεολογία. Ο Haftmann υποστήριξε σύγχρονα στυλ όπως ο εξπρεσιονισμός και τον νομιμοποίησε με τις αποδόσεις μιας σκανδιναβικής, πρωτότυπης τέχνης. Επιπλέον, χαρακτήρισε τη ναζιστική εποχή μια απλή «εικονομαχία», μια περιγραφή που υπήρξε ήδη τετριμμένη στη δεκαετία του ’50.

Αυτή η αντίληψη της ναζιστικής εποχής θα συνεχιστεί τελικά και στη Documenta όπου παρουσιάστηκαν καλλιτέχνες  οι οποίοι  δεν ήσαν πολύ επικριτικοί  στο σύστημα. Απουσίαζαν ονόματα όπως ο George Grosz ή ο John Heartfield ενώ ο Otto Dix εκπροσωπείται μόνο με δύο μάλλον ρηχά πορτρέτα. Και είναι εντελώς σκανδαλώδες το πώς ο Εμίλ Νόλντε, για παράδειγμα, ο οποίος φλέρταρε με τη ναζιστική ιδεολογία ο ίδιος, “ξεπλύθηκε” στη Documenta.  Οι Εβραίοι καλλιτέχνες απουσίαζαν σχεδόν εντελώς από τn Documenta του 1955 όπως για παράδειγμα  ο  Rudolf Levy, ο οποίος πέθανε το 1944, παρ΄όλο που αυτός και ο Haftmann γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Η έκθεση στο DHM βασίζεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του Haftmann ο οποίος προλόγισε την πρώτη Documenta και έκανε την εναρκτήρια ομιλία. Ωστόσο, από το σύνολο των 21 συμμετεχόντων, οι 10 ήταν αποδεδειγμένα μέλη του ναζιστικού κόμματος (NSDAP). Παρόλα αυτά, ο «μοντερνισμός» θεωρήθηκε ότι αποκαταστάθηκε με την πρώτη Documenta. Τα έργα που κάποτε χαρακτηρίζονταν ως «εκφυλισμένα» επανέκτησαν τη δημοτικότητά τους και έγιναν εκπρόσωποι της εποχής της τέχνης πριν από το 1933 και προάγγελοι του μοντερνισμού μετά το 1945. Η ναζιστική εποχή – και κυρίως οι αφάνταστες θηριωδίες της – παρέμειναν προς το παρόν ένα τυφλό σημείο. Μόλις χρόνια πριν από τη Documenta 6, αυτό το κενό έπρεπε να γεμίσει με το βίντεο “Dachau” – έργο της Beryl Korot.