DANCING IN REAL LIFE: ΤΑ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΙΚΑΓΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη 15 /5/21

Ούτε ένα, μήτε δύο, αλλά 32 χρόνια μετά τον θάνατο ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης (1910-89) βγαίνει στη διεθνή εικαστική σκηνή με μία καθαρά ιδιωτική πρωτοβουλία και με την προώθηση  και προσέγγιση ενός μη Έλληνα επιμελητή. Ο Άνταμ Σίμτσικ (Adam Szymczyk), πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής της Documenta 14 στην Αθήνα και το Κάσελ (2013-2017) σε συνεργασία με την Ανδρονίκη Γρυπάρη, πρόεδρο του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη στην Αθήνα επιμελούνται τη μεγάλη αναδρομική έκθεση«Dancing in Real Life» που από τις 7 Μαΐου παρουσιάζεται στο Σικάγο, στο νέο μουσείο «Wrightwood 659».Σχεδιασμένο από τον σπουδαίο Ιάπωνα αρχιτέκτονα Ταντάο ‘Aντο το μουσείο ανήκει στο ίδρυμα Alphawood Foundation. Συνιδρυτής του ο Φρεντ Αϊκενερ, αμερικανός μεγιστάνας και φιλάνθρωπος – από τους ισχυρότερους χορηγούς του Δημοκρατικού Κόμματος. Λάτρης του ελληνικού πολιτισμού ο Άϊκενερ είχε στόχο, εδώ και χρόνια, να «ταξιδεύσει» τον Γιάννη Τσαρούχη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η έκθεση περιλαμβάνει 200 έργα από την αρχή της καριέρας του το 1930 έως τον θάνατο του το 1989 – πίνακες και σχέδια σε χαρτί που συγκεντρώθηκαν από δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές ανά τον κόσμο καθώς και κάποια από την περίοδο της αυτο-εξορίας του στο Παρίσι, εκεί όπου συνάντησε τους Ματίς και Τζιακομέττι, το 1935, επηρεάστηκε από το έργο τους και συνέδεσε τον δυτικό μοντερνισμό με την ελληνική παράδοση.  Τα έργα αναδεικνύουν τους τρόπους με τους οποίους  ο Τσαρούχης αφομοίωσε επιρροές από τη σύγχρονη και την αρχαία Ελλάδα, την παράδοση στις χειροτεχνίες, τα κοστούμια, τα διακοσμητικά αντικείμενα, το θέατρο σκιών, την χριστιανική και βυζαντινή τέχνη, αλλά και από ευρωπαϊκά ρεύματα όπως ο κυβισμός, ο φωβισμός και ο σουρεαλισμός με τα οποία ήρθε σε επαφή κατά τη διάρκεια της παραμονής του, στο Παρίσι, στο μεσοπόλεμο διάστημα.

“Αυτά τα σχέδια έχουν γίνει με πόθο ελευθερίας.Της ελευθερίας να υπακούσω τους πολλούς και παράτερους χρησμούς που ακούει η ψυχή μου. Μακριά από μένα οι τυποποιημένες ελευθερίες της ρουτίνας.Θέλησα να δοκιμάσω μερικά πράγματα αποφεύγοντας τις κατεστημένες ελευθερίες που ίσως κακά εγκαταστάθηκαν –περιττές και άχρηστες για τον άνθρωπο – δήλωνε ο ίδιος σε συνετεύξεις του.

“Ο Τσαρούχης χρησιμοποίησε τη ζωγραφική για να διερευνήσει σε βάθος τον ελληνικό εθνικισμό, τεκμηριώνοντας το έργο του στην πολιτιστική γνώση αιώνων, από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο μέχρι την πτώση της στρατιωτικής χούντας (1967-74) στην Ελλάδα και την ίδρυση της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας” – γράφει σε σημείωμα παρουσίασης  του ζωγράφου ο Μπραντ Γουάιτ / COO στο μουσείο Wrightwood. “Κωδικοποίησε την παράδοση στη νέα γλώσσα του μοντερνισμού που συνδέει το έργο του Mατίς με τη σκιά του κουκλοθέατρου. Ως μια ηγετική φωνή της γενιάς του ΄30, ο Τσαρούχης κινήθηκε ανάμεσα στη δυτικότροπη κλασική αρχαιότητα και τις ανατολικές παραδόσεις που προέρχονται από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το πολύπλευρο έργο του αποτελεί σύνθεση αφήγησης και μορφών από διαφορετικές περιόδους που ορίζουν το δικό του όραμα περί της ελληνικότητας: από την εικαστική απόδοση της γραφής του ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, στο σχεδιασμό σκηνικών για το θέατρο και κοστουμιών για τη Μαρία Κάλλας. Ο τίτλος “Dancing in Real Life” αντικατοπτρίζει το ενδιαφέρον του Τσαρούχη σε μορφές χορού και το πώς  αυτές συνδέονται με την καθημερινή εμπειρία, συμπεριλαμβανομένου του ζεϊμπέκικου, ένα σόλο χορό από τη Μικρά Ασία που χόρευαν, παλαιότερα, αποκλειστικά άνδρες και χρησιμοποιεί αυτή τη φόρμα ως σημείο εισόδου στη ματιά του πάνω στο ανδρικό σώμα.”

“Αναλαμβάνοντας σημαντικό ρίσκο στην εποχή που επέβαλε στην Ελλάδα το σεβασμό στους ένστολους, ο Τσαρούχης απεικόνισε έφεδρους στρατιώτες και αναδεικνύοντας την ομορφιά μέσα από τη τραχύτητα τους” – καταλήγει ο Μπραντ Γουάϊτ. “Η δυαδικότητα του έργου του Τσαρούχη συνδέει την Ανατολή με τη Δύση, την εργατική τάξη με τους αστούς και το κοινό με το θείο. Είμαστε ενθουσιασμένοι που φέρνουμε σε επαφή ένα νέο κοινό με αυτόν τον βαθύ και περίπλοκο καλλιτέχνη. Καθώς εξερευνάτε την έκθεση, σας προτρέπουμε να θαυμάσετε τις εικόνες του Τσαρούχη και να κοιτάξετε βαθιά στην αλληγορία του έργου του.”

Ο ζεϊμπέκικος

Επίκεντρο της έκθεσης στις ΗΠΑ αποτελούν τα έργα με τον ζεϊμπέκικο χορό. Σ΄ένα ταξίδι  του ζωγράφου από τη Σμύρνη προς την Κωνσταντινούπολη, το 1934, μια ομάδα ζεϊμπέκων, ντυμένων με παλιά κοστούμια, επιβιβάστηκαν στο πλοίο  και ο Τσαρούχης παρακολούθησε με δέος τους νεαρούς να χορεύουν και να  αυτοσχεδιάζουν σε μια χορογραφία που μετέτρεπε το σώμα τους σε θεϊκούς και ταπεινούς πολεμιστές. Έτσι ξεκινά η μακροχρόνια και ειλικρινή σύνδεση του Τσαρούχη με το ζεϊμπέκικο χορό να εμφανίζεται σε μεταγενέστερα έργα όταν πια ο καλλιτέχνης είχε αφομοιώσει  τις επιθυμίες και τα συναισθήματα των χορευτών ερμηνευτών του γαλήνιου και οικείου χορού. Ο Τσαρούχης ανήκε σε μια περίοδο που αποκαλείται στην Ελλάδα “Γενιά του ΄30” και περιλαμβάνει ομάδες ποιητών, καλλιτεχνών και διανοούμενων που ορίζονται από την ηλικία τους την εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής (1922) και την επακόλουθη προσφυγική κρίση.

Στα πρώτα ζεϊμπέκικα που ζωγράφισα έντυσα τους χορευτές με στρατιωτικά και ναυτικά ρούχα γιατί απ΄αυτούς είδα να χορεύεται ο χορός αυτός” – εξηγεί στο κείμενο που συνοδεύει το σημείωμά του «Ζεϊμπέκικα».«Όταν άρχισα να ζωγραφίζω γυμνούς χορευτές με πείραζε κάπως και για να κάνω ζωντανά τα οράματά μου επινόησα με τη φαντασία τα παραλιακά καφενεδάκια στα οποία αναδυόμενοι κολυμβητές, υπό τους ήχους ενός βραχνού φωνόγραφου ή ενός τζου-μποξ έρχονταν στο τσακίρ κέφι και χόρευαν ζεϊμπέκικο ή τσάμικο. Αλλά προς τί η εικονολογία μου όταν ο Ανδρέας Εμπειρίκος το είπε μια για πάντα για μένα: ότι οι φιγούρες μου είναι πάντα γυμνές ακόμα κι όταν είναι ντυμένες.”

Οι χοροί, ζεϊμπέκικο και τσάμικο, μέχρι και η αστική μουσική “ρεμπέτικο”, βασίζονται στη λαϊκή κουλτούρα της ελληνικής εργατικής τάξης.

Το θέατρο

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Τσαρούχης δημιούργησε τα πρώτα του σκηνικά σχέδια. Εργάστηκε για το θέατρο μέχρι τη δεκαετία του ’80 σε διάφορους ρόλους: ως σκηνοθέτης και σκηνογράφος, ως μεταφραστής αλλά και, περιστασιακά, ως διευθυντής των δικών του σκηνικών παραγωγών. Εκτός από αυτά τα ριζοσπαστικά πειράματα, εργάστηκε για το θέατρο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, κάνοντας, μεταξύ πολλών άλλων τα κοστούμια και τα σκηνικά για την πρωτοποριακή παράσταση “Μήδεια” της Μαρίας Κάλλας στην Όπερα του Ντάλας, το 1958.

Ο Τσαρούχης χαρακτήρισε το θέατρο ως οπτικές πράξεις ποίησης, σαν ένα όνειρο που έγινε πρόβα στην πραγματική ζωή. Από την “Πριγκίπισσα Μαλέν”(1890) του Μωρίς Μαίτερλινκ(1862-1949), στον “Ορέστη” του Ευριπίδη, το πάθος του για τη θεατρική παραγωγή παρείχε τα θεμέλια για την καριέρα του και καθόρισε τη ζωή του. Ο διεπιστημονικός διάλογος μεταξύ των έργων ζωγραφικής, των κοστουμιών και των σκηνικών του επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον πειραματισμό της χωρικής σύνθεσης. Μετά τον Σωτήρη Σπαθάρη(1892-1073), επικεφαλής του Θεάτρου Σκιών που ανέθεσε στον Τσαρούχη μια ζωγραφική ενός τοπίου με κόκκινες κουρτίνες, χρησιμοποίησε αυτό το έργο ως στήριγμα για να πλαισιώσει τα δικά του αντικείμενα, ισοπεδώνοντας τεχνητά τον χώρο. Μέσω της γνωριμίας του με την Εύα Πάλμερ-Σικελιανού (1874-1952) συνέβαλε στη διοργάνωση των Δελφικών Εορτών (1927-1930) στο αρχαίο θέατρο των Δελφών.

Γοητευμένος με το έργο του Ευριπίδη ο Τσαρούχης μετέφρασε πολλά από τα έργα του μεγάλου τραγικού στη νέα ελληνική γλώσσα. Οι θεατρικές του ερμηνείες επαναπροσδιόρισαν ριζικά το αρχαίο κοινωνικό σχολιασμό ενώ η ανακάλυψη του υπαίθριου θεάτρου τον έφερε ένα βήμα παρεπέρα και το 1977 ανέβασε τις “Τρωάδες “σ’ ένα αθηναϊκό πάρκινγκ. Ακολούθησε η παράσταση των “Επτά επί Θήβας” ένα δεύτερο πείραμα, σε δική του σκηνογραφία και μετάφραση, με το οποίο, όπως αναφέρει ο ίδιος  “προσπάθησα ν’ αποδώσω την εποχή του Αισχύλου κατά την οποία γράφτηκε και παίχτηκε το έργο”  στην “ομιλουμένη δημοτική γλώσσα” και με μοναδικό στόχο “να μη διαφύγει το πνεύμα του έργου και το μήνυμα του ποιητή”.

Ο Γιάννης Τσαρούχης  ανέπτυξε την τέχνη του σε επτά δεκαετίες από το 1920 έως τη δεκαετία του 1980. Τριάντα δύο χρόνια μετά το θάνατό του, ο καλλιτέχνης παραμένει υπο-αναγνωρισμένος εκτός Ελλάδας, ενώ ομόφωνα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους του 20ού αιώνα στην πατρίδα του – αναφέρουν οι διοργανωτές. Αυτή η μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Σικάγο στοχεύει να παρουσιάσει το έργο του Γιάννη Τσαρούχη στο κοινό, στις ΗΠΑ και διεθνώς, για πρώτη φορά. Το ανορθόδοξο και εκλεκτικό έργο του διαπραγματεύεται και κάνει ορατή μια μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του δυτικοευρωπαϊκού μοντερνισμού και της θεωρίας της υποδοχής του στη «Ανατολή» της Μεσογείου – που αποτελεί μέρος του Παγκόσμιου Νότου.

 

Πηγές:

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ευγένιος Μαθιόπουλος: «Προσεγγίζοντας με σεμνή αναίδεια τη ζωή και το έργο του Γιάννη Τσαρούχη». Γιάννης Τσαρούχης, 1910-1989 Kατάλογος έκθεσης, επιμ. Νίκη Γρυπάρη, Μαρίνα Γερουλάνου, Τάσος Σακελλαρόπουλος. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 2009

Γιάννη Τσαρούχη: Για την παράσταση των «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου Μετ. Γιάννη Τσαρούχη, εκδ. Κέδρος 1983.