“ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΚΛΟΟΥΝ” ΤΗΝ “ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ” ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ’50

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: Ελένη Γαλάνη,  9/1/22

Το βιβλίο “Απόψεις ενός κλόουν” (Ansichten eines Clowns) του Χάινριχ Μπελ (1917-1985) είναι γνωστό στην Ελλάδα από παλαιότερες εκδόσεις (*). Η πρώτη του έκδοση στη Γερμανία έγινε το 1963. Το έργο, τοποθετημένο στην Ομοσπονδιακή Γερμανία τη δεκαετία του ’50 -περίοδο της ανάκαμψης, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – παρουσιάζει το πολιτικό, θρησκευτικό και στρατιωτικό, χιτλερικής προέλευσης, κατεστημένο της γερμανικής κοινωνίας που με άκρατη υποκρισία και κυνισμό μεταπήδησε, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στα κέντρα εξουσίας της νέας τάξης πραγμάτων, με ένα στόχο: να καταστείλει τη μνήμη του ιστορικού παρελθόντος και να επικεντρωθεί στην επιτυχία της υλικής ανασυγκρότησης του δυτικού τμήματος της διαιρεμένης  χώρας.

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη Βόννη, πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους της Ομοσπονιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ), την περίοδο διακυβέρνησης του Αντενάουερ, τότε που η διαιρεμένη χώρα επιχειρούσε να αποστασιοποιηθεί από το ναζιστικό της παρελθόν, τον τρόπο σκέψης, τις ήττες και τα εγκλήματα των ναζί. Πρόθεση, άλλωστε, της κυβέρνησης Αντενάουερ ήταν ν’ αφήσει «τα παρελθόντα να παρέλθουν» και να προχωρήσει με κάθε τρόπο στην ανοικοδόμηση και οικονομική ανάπτυξη της ερειπωμένης χώρας. Στενός συνεργάτης και αυτή την περίοδο υπήρξε η καθολική εκκλησία με καθοριστικό ρόλο στην αποκατάσταση της καθαρής συνείδησης. Στο ενημερωτικό επίμετρο του βιβλίου (εκδ. Πόλις), η Αλεξάνδρα Ραδισάκη μας θυμίζει ότι «στα πρώτα μεταπολεμκά χρόνια, την περίοδο της δραστικής δίωξης των ναζί από τις δυνάμεις κατοχής, η Εκκλησία εξέδιδε τα λεγόμενα δελτία Persil τα οποία είχαν τη λευκαντική δράση του ομώνυμου απορρυπαντικού, αφού πιστοποιούσαν σε εγκληματίες πολέμου και πρωτεργάτες του ναζιστικού κινήματος, καθαρό μητρώο.»

Ήταν και αυτοί γερμανοί -πρώην μέλη της «λίστας Χίτλερ», όσοι δεν έφυγαν για τη Λατινική Αμερική, άλλοι μετανοιωμένοι, άλλοι όχι – που συνέλαβαν στη διαμόρφωση της ΟΔΓ και τοποθετήθηκαν σε νευραλγικές θέσεις για την ανοικοδόμηση του κράτους, προστατευόμενοι από το πέπλο της κοινωνικής λήθης. Απέναντί τους βρίσκεται η «Ομάδα 47» αποτελούμενη από νέους γερμανούς συγγραφείς και διανοούμενους οι οποίοι καταγγέλλουν την υποκρισία και τις αδιαφανείς συναλλαγές μεταξύ καθολικής εκκλησίας, εξουσίας και βιομηχανίας στην ΟΔΓ, στο όνομα του μεταπολεμικού οπορτουνισμού, απαιτώντας την ανάληψη ευθυνών για τα εγκλήματα του πολεμικού παρελθόντος.

Στην ασφκτική αυτή καθημερινότητα, μέσα από τη μορφή του κλόουν Χανς Σνιρ ο οποίος αντιπροσωπεύει την κοινωνική συνείδηση της λεγόμενης Adenauer Ara,  ο Μπέλ, μέλος και ο ίδιος της “Ομάδας 47”, ασκεί την κριτική του, ειδικά στους θεσμούς της εκκλησίας και της βιομηχανίας, εταιρείες της οποίας  όπως η Messerschmidt, η Junkers, η Siemens και η I. G. Farben θησαύρισαν από την καταναγκαστική, μέχρι θανάτου, εργασία των κρατούμενων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί. Ιδιαίτερα όμως ο συγγραφέας επικεντρώνεται στον ρόλο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία με τη συμφωνία μεταξύ Χίτλερ και Πάπα, είχε στηρίξει το καθεστώς και περιορίσει τις σχέσεις καθολικών και προτεσταντών στη Γερμανία, χωρίζοντας την κοινωνία σε θρησκευτικές ομάδες, διατηρώντας, ωστόσο, ανέπαφη την επιρροή των καθολικών, ειδικά σε πολιτικά και ηθικά ζητήματα.

Το σκηνικό της εποχής που στήνει ο Μπέλ  για να εκφραστεί η απόρριψη της μεταπολεμικής κοινωνίας συνθέτουν οι αφηγήσεις και οι συνομιλίες του περιθωριακού ήρωα- κλόουν και της περιπαικτικής θλίψης του σε διάστημα τεσσάρων ωρών από τη ζωή του, όταν πια έχει καταρρεύσει και ζητιανεύει στο σταθμό των τρένων περιμένοντας μάταια να επιστρέψει η αγαπημένη του Μαρί, σύζυγος πλέον ενός άλλου. Ο Χανς Σνιρ, γόνος πλούσιας και ισχυρής οικογενείας, αηδιασμένος από την ψευτιά και την υποκρισία των δικών του και των ισχυρών που τους περιστοιχίζουν, έφυγε, έγινε κλόουν και έδινε παραστάσεις από πόλη σε πόλη, μαζί με τη Μαρί, την πρώτη και μοναδική του αγάπη, η οποία, μη αντέχοντας άλλο το περιθώριο της ζωής τον εγκατέλειψε, τελικά, για να παντρευτεί έναν παράγοντα του γερμανικού καθολικισμού. Ζητιάνος, πλέον στο σιδηροδρομικό σταθμό μας παρουσιάζει μέσα από τον εσωτερικό του μονόλογο τις σκέψεις και το πνιγηρό αδιέξοδο πολλών νεανικών συνειδήσεων της εποχής με αποκορύφωμα το συγκλονιστικό του διάλογό με τον ευκατάστατο πατέρα του. Με απαισιόδοξο τέλος, το θλιμένο αυτό μυθιστόρημα προσφέρει, πέραν της αισθητικής απόλαυσης του κειμένου, επίκαιρο προβληματισμό ειδικά στις μέρες που ζούμε καθώς η εποχή του  προσδιορίζεται από τον συγγραφέα ως εξής: «Αν η εποχή μας αξίζει ένα όνομα, θα έπρεπε να ονομαστεί εποχή της πορνείας».

Πεζογράφος της μεταπολεμικής εποχής, ο Χάινριχ Μπελ, η «φωνή της συνείδησης των ερειπίων», όπως έχει αποκληθεί, βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1972, μετά την έκδοση του έργου “Ομαδικό πορτραίτο για μια κυρία”, ένα χρονικό για τη γερμανική κοινωνία από την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά. Η Σουηδική Ακαδημία χαρακτήρισε το έργο αυτό «κορωνίδα του λογοτεχνικού έργου του Μπελ». Η βράβευση προκάλεσε την οργή της γερμανικής δεξιάς, η οποία θεωρούσε τον συγγραφέα – «φωνή του εχθρού» που απευθύνεται «μόνο σε αριστεριστές και ριζοσπάστες» και μόνιμο δυσφημιστή του γερμανισμού, πριν και μετά τον πόλεμο. Να σημειωθεί ότι μέρος των χρημάτων του βραβείου, διέθεσε ο Μπελ για να βοηθήσει τις οικογένειες συγγραφέων άλλων χωρών που βρίσκονταν φυλακισμένοι για τις ιδέες τους. Ο ίδιος φιλοξένησε στο σπίτι του τον  Σολτσενίτσιν όταν αποπέμφθηκε από τη Σοβιετική Ένωση και επιπλέον, στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974), επισκέφτηκε τη χώρα μας, δυσκολεύοντας έτσι με την παρουσία του το καθεστώς των συνταγματαρχών.

Γερμανός, καθολικός και σοσιαλδημοκράτης, ο Χάινριχ Μπελ γεννήθηκε στην Κολωνία, στις 21 Δεκέμβρη του 1917, από οικογένεια προοδευτική, δημοκρατική και αντιεθνικιστική. Ο ίδιος απέκτησε αντιναζιστικές αντιλήψεις από τη δεκαετία του ’30 και ήταν ένας από τους λιγοστούς νέους που αρνήθηκαν να ενταχθούν στην χιτλερική νεολαία.Το 1938 αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο για να καταταγεί στον στρατό. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε επί έξι χρόνια με τη Βέρμαχτ σε διάφορα μέτωπα, από τη Γαλλία ως τη Σοβιετική Ένωση, ώσπου τον συνέλαβαν αιχμάλωτο οι Αμερικανοί. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο μέτωπο εθίστηκε στις ουσίες και ιδιαίτερα στις αμφεταμίνες, χάρη στις οποίες, όμως, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, επιβίωσε των συνθηκών του πολέμου. Το 1945 επέστρεψε στην Κολωνία. Σύντομα καθιερώθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς και αναγνωρίστηκε ως μια από τις φωνές συνείδησης και από ενας τους οξυδερκέστερους παρατηρητές της γερμανικής κοινωνίας. Οι πρώτες του νουβέλες, “Το τρένο ήρθε στην ώρα του” και “Αδάμ, που ήσουν;” μιλούν για την απελπισία των ανθρώπων που έχουν εμπλακεί στον πόλεμο. Τα μεταγενέστερα έργα του, όπως το “Γνωριμία με τη νύχτα” και “Το αφύλαχτο σπίτι”, αναφέρονται το ηθικό κενό πίσω από το “οικονομικό θαύμα” της μεταπολεμικής Γερμανίας, ενώ “Το ψωμί των πρώτων χρόνων” απεικονίζει τη φτώχεια, το ζόφο και την πείνα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Άλλα σημαντικά έργα του είναι: “Οι απόψεις ενός κλόουν”, “Ομαδικό πορτραίτο με μια κυρία”, “Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ”, “Γυναίκες σε τοπίο με ποτάμι”. Πολέμιος του ΝΑΤΟ αλλά και του σοβιετικού καθεστώτος, σοσιαλδημοκράτης και ειρηνιστής, επέσυρε δριμύτατες επικρίσεις από τους συντηρητικούς κύκλους, οι οποίες δεν κάμφθηκαν ούτε όταν τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1972.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη βάση της Biblionet κυκλοφορούν δεκατρία βιβλία του ανάμεσα στα οποία το προτελευταίο του μυθιστόρημα «Ασφυκτική προστασία» και το κύκνειο άσμα του «Γυναίκες σε τοπίο με ποτάμι».

 

 

(*) Η τελευταία έκδοση του βιβλίου (2021) κυκλοφoρεί από τις εκδόσεις “Πόλις” (μετάφραση: Δημήτρης Δημοκίδης, επίμετρο: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη)