ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΡΙΣΜΟ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: anyteart

Ένας καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ο κ. Βασίλειος Κουκουσάς, διορίστηκε στη θέση του νέου προέδρου του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Την είδηση πληροφορήθηκε, προ ημερών, η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Βενετίας, από το ΦΕΚ αρ. 540 της 23ης Ιουλίου 2020, με υπογραφές υπουργού Εξωτερικών και υπουργού Παιδείας. Η ενημέρωση από την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας έγινε επειδή η Κοινότητα είναι ο φορέας που δώρισε, με όρους, όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της  για τη δημιουργία του Ινστιτούτου και ως εκ τούτου συμμετέχει στη Διαχειριστική Επιτροπή του.

Ο λόγος που η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα αντέδρασε, τώρα,  με σφοδρότητα φτάνοντας στο σημείο να μιλήσει για “άλωση” του Ινστιτούτου, είναι, επειδή κρίνει ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής δεν έχει τα απαιτούμενα προσόντα και, επιπλέον, προέρχεται από ένα Τμήμα Θεολογίας τα οποία –ως λέει- ουδεμία σχέση έχουν με την αποστολή του Ινστιτούτου, την  προαγωγή των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών.

Σε επιστολή της που έστειλε στα αρμόδια υπουργεία και σε ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών, η Κοινότητα επισημαίνει ότι «ο νεοδιορισμένος πρόεδρος είχε συμμετάσχει και σε προηγούμενη πρόσκληση ενδιαφέροντος ένα χρόνο πριν για την ίδια θέση, αλλά η επιστημονική επιτροπή αξιολόγησης προσόντων των υποψηφίων είχε κρίνει ότι δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα.Είναι τυχαίο – αναφέρει – ότι το ινστιτούτο μετά από 65 χρόνια ζωής θα έχει ως πρόεδρο στη διοίκησή του και πρόεδρο στην εποπτεία του καθηγητές Τμημάτων Θεολογίας; Τί σχέση έχουν οι θεολόγοι με την ιστορική διαδρομή, έρευνα και θέση του ινστιτούτου στη διεθνή αναγνώρισή του στον τομέα της “προαγωγής των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών”, μοναδικό σκοπό του ινστιτούτου, σύμφωνα με το αρ. 1, παρ. 2 του νόμου 4505/2017 αλλά και του όρου δωρεάς της περιουσίας της Κοινότητας;».

Μέσω της επιστολής η Κοινότητα επισημαίνει ότι σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο ο πρόεδρος του Ινστιτούτου προτείνεται τώρα από την πενταμελή Εποπτική Επιτροπή στην πολιτική εξουσία και ότι  «ο νέος νόμος ΣΥΡΙΖΑ 4505/2017 για το Iνστιτούτο τροποποίησε μετά από 60 χρόνια και τη σύνθεση της Εποπτικής Επιτροπής από τριμελή σε πενταμελή, αποκλείοντας τη συμμετοχή της Ακαδημίας Αθηνών η οποία πρότεινε τον διορισμό.

Ταυτόχρονα με την ελληνική κοινότητα της Βενετίας αντέδρασαν δεκάδες μέλη της επιστημονικής κοινότητας των ερευνητών ιστορικών, αρχαιολόγων, φιλολόγων και ιστορικών τέχνης Με κείμενο τους, οι υπογραφόμενοι/νες τονίζουν, μεταξύ άλλων την ασυμφωνία του γνωστικού αντικειμένου του κ. Κουκουσά (Πηγές της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Τμήματος της Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ) με τους επιστημονικούς στόχους του Ινστιτούτου.

Το κείμενο αναλυτικά:

«Οι υπογραφόμενοι/νες, μέλη της επιστημονικής κοινότητας των ερευνητών ιστορικών, αρχαιολόγων, φιλολόγων και ιστορικών τέχνης, εξεπλάγημεν δυσάρεστα με την πρόσφατη δημοσίευση του ΦΕΚ διορισμού του Προέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Η τοποθέτηση από τους Υπουργούς Εξωτερικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων καθηγητή, με γνωστικό αντικείμενο τις Πηγές της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Τμήματος της Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, ως επικεφαλής ενός επιστημονικού ιδρύματος, το οποίο αποσκοπεί στην προαγωγή των ερευνών με προσανατολισμό στις σχέσεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας με τη Δύση και στην ιστορία του υπό βενετική κυριαρχία ελληνικού χώρου κατά την ύστερη μεσαιωνική και την πρώιμη νεότερη περίοδο, προβληματίζει σοβαρά. Η ιστορία και ο πολιτισμός της περιόδου δεν εξαντλείται στην εκκλησιαστική ιστορία, στη σχέση των δύο Εκκλησιών ούτε στα δογματικά και θεολογικά ζητημάτα, τα οποία χωρίς αμφιβολία ο επιλεγείς καθηγητής κατέχει σε βάθος. Το υλικό που απόκειται στα αρχεία και στις βιβλιοθήκες της Βενετίας αφορά κατά ένα μέρος του μόνο τα παραπάνω πεδία.

Αντίθετα, προσφέρεται ιδιαίτερα για τη μελέτη της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ιστορίας, της φιλολογίας και της ιστορίας της τέχνης του μεσαιωνικού και πρώιμου νεότερου ελληνικού κόσμου, όπως καταδεικνύει η εξαιρετικά πλούσια επιστημονική, ερευνητική και εκδοτική δραστηριότητα του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας στα εξήντα και πλέον χρόνια της λειτουργίας του, από το 1951 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Για τους παραπάνω λόγους είναι αναγκαίο η θέση αυτή να υπηρετηθεί από έναν έμπειρο ερευνητή των ελληνοβενετικών σπουδών, έναν έμπειρο βενετολόγο, ικανό αφενός να κατευθύνει τους νέους ερευνητές και τις νέες ερευνήτριες, υποτρόφους του ιδρύματος, στα αρχεία και τις βιβλιοθήκες της Βενετίας και αφετέρου να συνομιλεί με τη διεθνή κοινότητα των βυζαντινολόγων και των βενετολόγων.

Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των υποψηφίων υπήρχαν διαπρεπείς, διεθνούς φήμης επιστήμονες βενετολόγοι, οι οποίοι πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις και θα μπορούσαν να αναλάβουν επαξίως την προεδρία του ιδρύματος, συνεχίζοντας την υψηλού επιπέδου παράδοση των προηγούμενων διευθυντών Σοφίας Αντωνιάδη, Μανούσου Μανούσακα, Νικολάου Παναγιωτάκη, Χρύσας Μαλτέζου. Ωστόσο, προκρίθηκε καθηγητής των Πηγών της Εκκλησιαστικής Ιστορίας με βάση την εισήγηση τριών μελών της εποπτικής επιτροπής έναντι διαφορετικής εισηγήσης των δύο υπολοίπων μελών. Υπό αυτούς τους όρους, θεωρούμε ότι, με κριτήρια αμιγώς επιστημονικά, η τελική απόφαση, που με βάση τον νόμο 4505/2017 αποτελεί πλέον αρμοδιότητα των Υπουργών Εξωτερικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, προδίδει, κατά τη γνώμη μας, το λιγότερο ελλιπή ενημέρωση ως προς τις ερευνητικές κατευθύνσεις και το έργο του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας και είναι καθόλα ασύμβατη με τις ανάγκες και την μέχρι πρότινος επιστημονική διεθνή του ταυτότητα.

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας είναι γνωστό παγκοσμίως στο χώρο των βυζαντινών σπουδών ως ένα εκπαιδευτικό – ερευνητικό κέντρο με πρωτεύοντα επιστημονικό και πολιτισμικό ρόλο και σημαντική συνεισφορά στην προαγωγή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών, και μάλιστα των σπουδών του ελληνοβενετικού κόσμου.

Η σύστασή του προβλέπετο σε μια μορφωτική συμφωνία που υπεγράφη το 1949 μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Ιδρύθηκε το 1951 με σκοπό την προώθηση της έρευνας των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών και την αξιολόγηση των κρατικών αρχείων της Βενετίας. Είναι το μόνο ελληνικό κέντρο επιστημονικής έρευνας εκτός συνόρων. Τελεί υπό την εποπτεία των υπουργείων Εξωτερικών και Παιδείας και υπό την επιστημονική εποπτεία της Ακαδημίας Αθηνών. Παρέχει υποτροφίες σε επιστήμονες για την εκπόνηση μελετών σχετικών με τον βενετοκρατούμενο ελληνισμό και τον ελληνισμό της Βενετίας.

Στην κυριότητά του βρίσκεται σημαντική περιουσία, ακίνητη και κινητή (εικόνες, αντικείμενα και σκεύη λατρείας, το Αρχείο του Ελληνισμού Βενετίας, χειρόγραφα), προερχόμενη από δωρεές της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας. Στην περιουσία περιλαμβάνονται ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου, το Μουσείο του Ινστιτούτου και η Φλαγγίνειος Σχολή, 300 περίπου εικόνες, μεταξύ των οποίων τρεις Παλαιολόγειες, περί τα 250 αντικείμενα και σκεύη λατρείας, το Αρχείο του Ελληνισμού Βενετίας (1498-1953), καθώς και συλλογή χειρογράφων. Εξαιρετικά δείγματα της Συλλογής αυτής αποτελούν η “Μυθιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου”, βυζαντινό χειρόγραφο με μικρογραφίες, η Συλλογή Μουσικών Βυζαντινών Χειρογράφων, καθώς και Πατριαρχικά έγγραφα του 16ου αιώνα.