Not Enough: ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

κείμενο: anyteart

Ο Samuel Moyn, καθηγητής Δικαίου και Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Yale, ταράσσει τις βάσεις πάνω στις οποίες διαμορφώνεται η σχέση μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της οικονομικής δικαιοσύνης. Αν δεν αντιμετωπίσουμε το αυξανόμενο παγκόσμιο φαινόμενο της οικονομικής ανισότητας, το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως το γνωρίζουμε δεν μπορεί να επιβιώσει ή να ανθίσει”. – George Soros

Η εποχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει υπάρξει γεναιόδωρη στους πλούσιους της γης. Ακόμη και όταν οι παραβιάσεις των πολιτικών δικαιωμάτων από τα κράτη συγκέντρωσαν πρωτοφανή προσοχή λόγω της παγκόσμιας εκστρατείας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δέσμευση για ουσιαστική ισότητα έχανε ολοένα έδαφος έως ότου εξαφανίστηκε. Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο φονταμενταλισμός της αγοράς ως η κυρίαρχη δύναμη στις εθνικές και παγκόσμιες οικονομίες. Σε αυτό το “προκλητικό” βιβλίο Not Enough: Human Rights in an Unequal World (Harvard), ο Samuel Moyn υποστηρίζει ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα «δεν επαρκούν» για την αντιμετώπιση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας. Ειδικότερα δε τα κοινωνικά δικαιώματα, ανταποκρίνονται μόνο στην ανάγκη διανομής της επάρκειας αλλά δεν διαθέτουν επαρκή εφόδια για να αντιμετωπίσουν την επιτακτική ανάγκη της ισότητας.  Έτσι, περιορίζονται στην παροχή ενός «κατώτατου ορίου προστασίας» έναντι στην ανεπάρκεια, χωρίς ποτέ να καταφέρουν να εγγυηθούν «ανώτατο όριο» για την ανισότητα.

Ο συγγραφέας αναλύει τον τρόπο και τον λόγο για τον οποίο επιλέγουμε να καταθιερώνουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα ως τα ανώτατα ιδανικά μας ενώ, παράλληλα, παραμελούμε το αίτημα για μια ευρύτερη κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη.

Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πράγματι φιλόδοξοι. Απαγορεύουν κάθε μορφή διάκρισης και θέτουν σημαντικά όρια στην κρατική εξουσία. Απαιτούν σεβασμό για τις βασικές ελευθερίες των πολιτών. Και ζητούν διάφορες «welfarist» προστασίες: δικαιώματα για ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο, για ανάπαυση και αναψυχή, εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη,  τρόφιμα,  ρούχα και στέγαση. Η εξασφάλιση αυτών των δικαιωμάτων απαιτεί τη δαπάνη δημόσιων πόρων που συλλέγονται από τη φορολογία. Επιπλέον, όπως επισήμανε πρόσφατα ο Philip Alston (ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την ακραία φτώχεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα), δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε αξιόπιστα αυτά τα δικαιώματα αν δεν προχωρήσουμε στην πλήρη εφαρμογή τους και  ελέγξουμε οικονομικά την ανισότητα.

Αναφερόμενο στη πρωτοποριακή ιστορία των δικαιωμάτων που φτάνει πίσω έως την εποχή της Βίβλου, το βιβλίο Not Enough καταγράφει πώς τα κράτη πρόνοιας που προέκυψαν το 20ό αιώνα, τα οποία ανησυχούσαν τόσο για την έντονη φτώχεια όσο και για τον πλούτο των πλουσίων, αποφάσισαν να εκπληρώσουν τις βασικές ανάγκες επάρκειας των πολιτών τους χωρίς όμως να περιορίζουν τους πλούσιους να γίνουν πλουσιότεροι. Μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους και την κατάρρευση των αυτοκρατοριών, τα νέα κράτη προσπάθησαν να προωθήσουν την ευημερία πέρα ​​από τις αρχικές ευρωπαϊκές και αμερικανικές πατρίδες τους και προχώρησαν τόσο πολύ ώστε να αμφισβητήσουν την ανισότητα σε παγκόσμια κλίμακα. Όμως, τα σχέδιά τους ματαιώθηκαν από τη νεοφιλελεύθερη πίστη και τον θρίαμβό της στις αγορές.

Ο Moyn συσχετίζει την πορεία του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα  με αυτή της ανησυχητικής μετάβασης από την ισότιμη πολιτική του χθες στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση του σήμερα. Εξερευνώντας γιατί η άνοδος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνέβη παράλληλα με τη διαρκή και εκρηκτική ανισότητα και γιατί οι ακτιβιστές αναζήτησαν τρόπους αντιμετώπισης της ένδειας χωρίς προκλητικό πλούτο. Το Not Enough καταλήγει ότι απαιτούνται πιο φιλόδοξα ιδανικά και κινήματα για να επιτευχθεί ένας ανθρώπινος και δίκαιος κόσμος.